† ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ † Κυριακή 13 Ιουνίου 2021, Σήμερα τιμοῦνται οἱ Ἅγιοι: 318 Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου , Ἀκυλίνα ἡ Μάρτυς , Φηλίκουλα ἡ Μάρτυς , Τριφύλλιος Ἐπίσκοπος Λήδρας , Ἀντίπατρος Ἐπίσκοπος Βόστρων , Ἰάκωβος ὁ ἐξ ἀπάτης τὸν ἀντίχριστον προσκυνήσας , Ἄννα καὶ ὁ υἱὸς αὐτῆς Ἰωάννης , Διόδωρος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐξ Ἐμέσης , Μύριοι Μάρτυρες , Εὐλόγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας , Ἀνδρόνικος ὁ ἐν Μόσχᾳ ἀσκήσας , Ἀλέξανδρος ὁ ἐν Μόσχᾳ ἀσκήσας , Ἄνθιμος ὁ Ἰβηρίτης , Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἱερομάρτυρος ,Ταίς των Αγίων σου πρεσβείες, Χριστέ ο Θεός, Ελέησον και σώσων ημάς. Αμήν. Περί εξόδου ψυχής και των εναερίων τελωνίων και περί της φοβερής ημέρας της κρίσεως - stilosorthodoxias.gr
Home » , , , , » Περί εξόδου ψυχής και των εναερίων τελωνίων και περί της φοβερής ημέρας της κρίσεως

Περί εξόδου ψυχής και των εναερίων τελωνίων και περί της φοβερής ημέρας της κρίσεως

Written By news on Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014 | 7:48 μ.μ.

Το παρόν κείμενο εκδιδόμενο υπό του Πατρός Λαζάρου Ιερομόναχου της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου σκοπόν έχει να φωτίση πάντα χριστιανόν ορθόδοξον να γνωρίση τι είναι αρεστόν ενώπιον του Αγίου Θεού. Και πράττοντας αυτά, θα αξιωθή της βασιλείας των Ουρανών.

1.ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΔΕΝ ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΗΤΑΝ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ  ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 9ον ΑΙΩΝΑ

Ο Άγιος Βασίλειος ο νέος ήταν πνευματικός Πατέρας του οσίου Γρηγορίου, ο οποίος είχε επίσης πολλά άλλα πνευματικά τέκνα μεταξύ των οποίων ήταν και μια ευλαβέστατη γυναίκα ονομαζόμενη Θεοδώρα η οποία υπηρετούσε τον Άγιο Βασίλειο σε όλη της τη ζωή. Έφθασε δε ο καιρός του θανάτου της και απέθανεν εντός ολίγων ημερών.

Εγώ δε( Ο Γρηγόριος) ευρισκόμενος σε απορία ζητούσα να μάθω και ενοχλούσα τον Άγιο για να μου ειπή εάν εσώθη η Θεοδώρα και που ευρίσκεται. Ο Άγιος Βασίλειος μετά τις πολλές μου ενοχλήσεις, μου είπεν: " Τέκνον μου Γρηγόριε αύτη τη νύχτα πορεύομαι πρός την Θεοδώρα και έλθε και συ μαζί μού για να την ιδής."

Εγώ ασπάσθηκα την δεξιά του χείρα και πορεύθηκα να κοιμηθώ. Και γενόμενος σε έκσταση ευρέθηκα σε ένα ανηφορικό και στενό μέρος, και εκεί βλέπω ωραιότατα παλάτια εξαστράπτοντα και κτυπόντας την πόρτα παρουσιάσθηκαν δύο γυναίκες και μου λέγουν. Αυτά τα παλάτια είναι του πατρός Βασιλείου ο οποίος πριν από λίγο πέρασεν από εδώ και πήγε να ιδή την Θεοδώρα η οποία βρίσκεται εδώ.

Ακούωντας δε η Θεοδώρα το όνομα της, έτρεξε στην πόρτα, μ' ενηγκαλίσθη και μου λέγει:

" Ώ! τέκνον μου Γρηγόριε! Πως ήλθες εδώ; Μήπως απέθανες και ήρθες εδώ;

Εγω της αποκρίθηκα:

" Δεν απέθανα αλλά ευρίσκομαι ακόμη στο σώμα μου στον μάταιο εκείνο κόσμο. Οι ευχές όμως του πνευματικού μας Πατρός Βασιλείου με έφεραν εδώ να σε δω όπου πολύ επιθυμούσα και τον ενοχλούσα κάθε ημέρα για να μάθω πού ευρίσκεσαι, και εάν εσώθης. Και σε παρακαλώ να μου πής πέρι του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, πόσους πόνους έχει και πως επέρασες από τα φοβερά τελώνια του αέρος, και τις εξετάσεις των πονηρών δαιμόνων. Διότι κι εγω μέλλω εντός ολίγου και κάθε άνθρωπος στο τέλος της ζωής του να διέλθωμεν. "

Και απεκρίθη η Θεοδώρα και του λέγει:

" Ώ! τέκνον μου Γρηγόριε πως θα σου διηγηθώ τον φόβο και τον τρόμον εκείνης της ώρας του χωρισμού της ψυχής από του σώματος; Πως θα σου εξηγήσω τους πόνους και τις οδύνες του χωρισμού της ψυχής; Σου παριστάνω τέκνο μου να τεθή άνθρωπος γυμνός επάνω σε κάρβουνα και να διαλύεται εώς ότου εξέλθη η ψυχή του. Τόσον δριμείς και ανυπόφοροι είναι οι πόνοι του χωρισμού της ψυχής του αμαρτωλού όπως εγώ· του δε δίκαιου τέκνον μου Γρηγόριε δεν γνωρίζω.

Όταν βρισκόμουν στο κρεβάτι μου και ψυχομαχούσα έβλεπα γύρω μου τα πονηρά πνεύματα των δαιμόνων· άλλους μεν σαν μαύρους σκύλους, και εγαύγιζαν, άλλους δε σαν ταύρους μουγκρίζοντας και λυσσόντας στρέφοντας τα άγρια και άσχημα πρόσωπα τους κατ' απάνω μου και με φοβέριζαν. Εγώ δε έστρεφα τα μάτια μου σε άλλο μέρος για να μην βλέπω την άσχημη μορφή τους  και τον θόρυβο που έκαναν· αλλά ήταν αδύνατο, τέκνο μου Γρηγόριε να αποφύγω.

Και ενώ ήμουν σε τόσην στεναχώρια βλέπω ξαφνικά δύο νέους αστραπόμορφους με χρυσά μαλλιά, και στάθηκαν στα δεξιά του κρεβατιού μου, και ο ένας απ' αυτούς άρχισε να φοβερίζη τους φοβερούς εκείνους δαίμονες λέγοντας:

" Φύγετε παμμίαροι και αγριοπρόσωποι διότι δεν έχετε να κερδήσετε τίποτε α' αυτή την ψυχή."

Αυτοί δε έφεραν τις αμαρτίες μου όσας εποίησα από τα νιάτα μου, είτε σε λόγια, είτε σε πράξεις και εφώναζαν όλα τ' αμαρτήματα μου ακόμη και όσα δεν έπραξα·

εγώ δε με φόβω και τρόμω επρόσμενα το θάνατο και εξαιφνής ήλθεν ο θάνατος σαν ένας νέος χονδρός και οργισμένος, σαν λιοντάρι, φορτωμένος διάφορα εργαλεία και είπαν σ' αυτόν οι Άγγελοι· λύσαι τις αρθρώσεις του σώματος και μην της δώσης πολλούς πόνους διότι τ' αμαρτήματα της είναι λίγα· τότε άρχισεν από τα πόδια και έλυε τις αρθρώσεις του σώματος μου, και τότε αισθανόμουν οτι νεκρωνόταν το σώμα μου, και τελικά ο τύρρανος εκείνος γέμισε ενα ποτήρι με πικρό περιεχόμενο, μου το πότισε και ευθής εξήλθεν η ψυχή μου από το σώμα μου, τότε την παράλαβαν οι δύο Άγγελοι και εγώ θαύμαζα για τα γινόμενα, διότι δεν ήξερα οτι συμβαίνουν αυτά στον καιρό του θανάτου στον ταλαίπωρο άνθρωπον. 

Και οι Άγγελοι εξέταζαν τα καλά έργα που έκαμα στη ζωή μου, αν νήστευσα, αν πήγαινα εκκλησία και αν στεκόμουν με φόβο Θεού, αν τάϊσα τους πεινώντες, αν επισκέφθηκα ασθενείς, αν δεχόμουν ξένους στο σπίτι μου, αν έδωκα το καλό παράδειγμα στους άλλους, αν υπέμεινα βρισιές, αν απέφευγα όρκους, αν δεν βλασφημούσα, αν δεν καλλοπιζόμουν, και πολλά άλλα, τα εζύγισαν αυτά με τις αμαρτίες μου οι δε δαίμονες έτριζαν τα δόντια τους σε μένα και ορμούσαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων, και να με ρίξουν στον άχαρον Άδην. 

 Ξαφνικά ήλθεν ο πνευματικός μου Πατέρας Βασίλειος και είπε πρός τους Αγγέλους:

" Κύριοι μου επειδή αυτή η ψυχή με υπηρέτησεν στη ζωή μου, παρακάλεσα τον Κύριον να την συγχωρέση και να τη σώση από τα χέρια των δαιμόνων, και οι Άγγελοι πετώντας αμέσως ανεβαίναμεν στον ουρανό ανατολικά, και ανεβαίνοντας συναντήσαμεν:

1ον. Το τελώνιο της καταλαλιάς.
Εδώ υπήρχε μιά σύναξις μαύρων, και μας σταμάτησαν, και λυσσόντας σαν σκύλλοι ζητούσαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων. Και μάρτυς μου ο Κύριος τέκνον μου Γρηγόριε, μου εφανέρωσαν όσους κατέκρινα στη ζωή μου και όχι μόνο τ' αληθινά αλλά με συκοφαντούσαν και έλεγαν πολλά ψέματα εναντίων μου. Οι δε Άγγελοι καταφρονήσαντες αυτούς, και πετώντας τις πτέρυγες τους ανεβαίναμεν στον ουρανό.

2ον. Τελώνιο της ύβρεως.

Και ανεβαίνοντας λίγο συνατήσαμε το τελώνιο της ύβρεως, και εδώ πολυαγωνιζόμενοι οι Άγγελοι, με τις ευχές του Πατρός μας Βασιλείου, αναχωρίσαμεν και συνομιλούντες οι Άγγελοι έλεγαν· αληθινά μεγάλην ωφέλειαν βρήκε αυτή η ψυχή από τον Άγιον Βασίλειον.

3ον. Τελώνιον του φθόνου.

Και ανεβαίνοντας εφθάσαμεν στο τελώνιο του φθόνου, και μη έχοντας τίποτα οι δαίμονες εναντίων μου επεράσαμεν ανενόχλητοι· αν και έτριζαν τα δόντια τους, οι αγριοπρόσωποι εκείνοι μαύροι να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων· και έτσι περάσαμε το τελώνιο τούτο.

4ον. Τελώνιον του ψεύδους.

Και ανεβαίνοντας, σε πολύ ύψος φθάσαμεν στο τελώνιο του ψεύδους όπου εκεί πολύ πλήθος δαιμόνων με άσχημα πρόσωπα έτρεχαν κατ' απάνω μου, κραυγάζοντας και λυσσόντας έφεραν πολλές αποδείξεις, και είχαν γραμμένα πολλές ανόητες λέξεις που έλεγα στην παιδική μου ηλικία μέχρι και τα πρόσωπα που τα έλεγα και ζητούσαν απολογία από τους Αγγέλους. Και οι Άγγελοι πληρώσαντες από τα του Αγίου Βασιλείου αναχωρήσαμεν.

5. Το τελώνιο του θυμού και της οργής.

Και ανεβαίνοντας εφθάσαμεν στο τελώνιο του θυμού και της οργής, όπου εκεί πλήθος μαύρων λυσσόντας σαν σκύλλοι δάγκωναν ο ένας τον άλλον και κατατρώγονταν αναμεταξύ τους και σαν αγριόχοιροι ορμόντας εναντίων μου, έκαμναν τα σχήματα και τα καμώματα που έκανα όταν θυμονόμουν και όταν εκρατούσα έχθρα και μνησικάκουν με κανένα· και εδώ πληρώνοντας από τα του Αγίου Βασιλείου αναχωρήσαμεν.

6. Τελώνιον υπερηφάνειας.

Και ανεβαίνοντας λίγον οι Άγγελοι εφθάσαμεν στο τελώνιο της υπερηφάνειας και ψάχνοντας πολλά οι δαίμονες δεν βρήκαν τίποτα να με κατηγορήσουν διότι ήμουν φτωχή και περνώντας ανενόχλητοι φθάσαμεν στο τελώνιο της βλασφημίας.

7ον. Τελώνιον της βλασφημίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της βλασφημίας, και αμέσως όταν μας είδαν οι δαίμονες έτρεξαν κατ' απάνω μας τρίζοντας τα δόντια και βλασφημούντες, εγώ έτρεμα από τον φόβο μου και μου έλεγαν οτι βλασφήμησα τρείς φορές στη νεότητα μου· οι δε Άγγελοι έφεραν απόδειξη οτι εξομολογήθηκα και αναχωρήσαμεν αφήνοντας τους δαίμονες άπρακτους.

8ον. Τελώνιον της φλυαρίας και αστειολογίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιον της αστειολογίας και φλυαρίας και ζητούσαν οι δαίμονες να δώσω απολογίαν για τα αισχρόλογα, τις αστειολογίες και άσεμνα τραγούδια που έλεγα στη νεότητα μου και απορούσα πως τα θυμούνταν, ενώ εγώ από την πολυκαιρία τα ξέχασα· και πληρώνοντας οι Άγγελοι ανεχωρήσαμεν.

9ον. Τελώνιον του τόκου και δόλου.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο του τόκου και του δόλου που εξετάζει τους τοκογλύφους και δόλιους, και χωρίς να βρουν τίποτα οι δαίμονες να αποδείξουν αναχωρήσαμεν.

10ον. Τελώνιον της οκνηρίας και του ύπνου.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμε στο τελώνιο της οκνηρίας όπου οι δαίμονες με εξέτασαν αν κοιμώμουν πολύ και βαριόμουν να σηκωθώ να προσευχηθώ ή να πάω στην εκκλησία ή αν μπορούσα να κάμω κανένα καλό και αμελούσα· και χωρίς να βρούν τίποτα αναχωρήσαμεν ανενόχλητοι.

11ον. Τελώνιον της φιλαργυρίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της φυλαργυρίας στο οποίο υπήρχε πολύ σκοτάδι και ομίχλη· και εξετάζοντας οι δαίμονες και αφού δεν βρήκαν τίποτα επειδή ήμουν φτωχή, φύγαμεν ανενόχλητοι.

12ον. Τελώνιον της μέθης.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μέθης, και ορμόντας οι δαίμονες σαν λύκοι αρπακτικοί κατ' απάνω μας, εξέταζαν το κρασί που ήπια σ' όλη μου τη ζωή· και με κατηγορούσαν οτι στο τάδε σπίτι ήπιες τόσα ποτήρια, στον τάδε γάμον εμέθυσες και όσα μου έλεγαν ήσαν αληθινά· και πληρώνοντας οι Άγγελοι αναχωρήσαμεν και ανεβαίνοντας οι Άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους:

"Μεγάλον κίνδυνον έχει η ψυχή εώς ότου περάσει τα ακάθαρτα τελώνια του αέρος" και εγώ τους λέγω:" Ναι κύριοι μου, και νομίζω πως κανείς από τους ζωντανούς ανθρώπους δεν θα γνωρίζη το τι συμβαίνει μετά τον χωρισμό της ψυχής από τους δαίμονες του αέρος, και αλλοίμονο στους αμελείς το τι τους περιμένει·" και οι Άγγελοι αποκρίθηκαν και είπαν:

" Οι αγίες Γραφές αναλαμβάνουν όλα αυτά, αλλά οι ταλαίπωροι ανθρώποι σκοτεισμένοι από την πολυτέλεια, τροφές και ηδονές του κόσμου, τυφλόνονται και δεν πιστεύουν οτι θα πεθάνουν και δεν φροντίζουν να κάμνουν καλά έργα για την ψυχή τους· και αλλοίμονο στους αμελείς διότι τους αρπάζουν οι δαίμονες και τους ρίπτουν στον σκοτεινόν Άδην μέχρι της κρίσεως οπότε θα δικασθούν και θα απολάβη ο κάθε ένας οτι έπραξε."

13ον. Τελώνιον της μνησικακίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μνησικακίας που εξετάζει αυτούς που έχουν έχθρα, και δεν συγχωρούν τους αδελφούς τους. Και ορμόντας οι δαίμονες κατ' απάνω μου, εξέταζαν τα κατάστιχα τους , να βρούν κανένα πταίσιμο να με αρπάξουν· και χωρίς να βρούν φώναξαν σαν λυσσασμένα σκυλιά οτι ξεχάσαμεν να τα γράψουμεν, και αναχωρήσαμεν ανεβαίνοντας,

και ρώτησα τους Αγγέλους πως γνωρίζουν οι δαίμονες τις αμαρτίες των ανρθώπων, και μου αποκρίθηκαν οι Άγγελοι:

" Δεν γνωρίζεις, οτι μετά το βάπτισμα κάθε χριστιανός λαμβάνει έναν Άγγελο σαν φύλακα να τον φυλάει, και να τον οδηγή στο καλό, και να γράφη τα καλά του έργα· ομοίως δε τον ακολουθή και ένας διάβολος και γράφη τις κακές του πράξεις, και τις αναγγέλλει στο κάθε τελώνιο που ανήκει η αμαρτία και γι' αυτό γνωρίζουν οι δαίμονες, και όταν η ψυχή χωρίση από το σώμα και ανέρχεται στους ουρανούς την εξετάζουν δαίμονες σε κάθε τελώνιο και τούτο γίνεται στους ορθόδοξους χριστιανούς μόνο, στους δε απίστους και ασεβείς δεν υπάρχει καμιά εξέτασις."

14ον. Τελώνιον της μαγείας και γοητείας.

Ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μαγείας και γοητείας. Εδώ οι δαίμονες ήσαν σαν άγρια ζώα· άλλοι είχαν μορφή σκύλλου, άλλοι σαν βόδια, άλλοι σαν φίδια, με άσχημη μορφή, αλλά με θείαν χάρην όταν με εξέτασαν δεν βρήκαν τίποτα, και ανεβαίνοντας ρώτησα τους Άγγελους με τι τρόπον μπορούν να σβήσουν από τα κατάστιχα των δαιμόνων τα αμαρτήματα των ανθρώπων, και οι Άγγελοι μου αποκρίθησαν:

" Συγχωρούνται τα αμαρτήματα οταν ο άνθρωπος μετανοήση και εξομολογηθή στον πνευματικόν και κάμη τον κανόνα που του έβαλεν τότε εξαλείφονται τα αμαρτήματα από τα κατάστιχα των δαιμόνων· και λυσσώντας οι δαίμονες τους πολεμούν για να τους ρίψουν σε νέα αμαρτήματα. 

Γι' αυτό η εξομολόγηση και η μετάνοια γίνονται αιτίες να συγχωρηθούν οι ανθρώποι και να περάσουν ελεύθερα τα εναέρια τελώνια. Αλλά πολλοί ανθρώποι λέγουν οτι τα εξομολογούνται στον Θεό· και άλλοι πάλι ζητούν να εύρουν πνευματικόν συγκαταβατικόν για να αποφύγουν τον κανόνα· Αλλά αυτή δεν είναι μετάνοια αλλά πονηρία και ο Θεός ου μυκτηρίζεται. 

Και όπως στην ασθένεια του σώματος εκλέγουμεν τον καλύτερον ιατρόν, έτσι πολύ περισσότερον στην ασθένεια της αθάνατης ψυχής να εκλέγουμε τον θεοφοβούμενον και αυστηρόν πνευματικό, και να τον έχει κανείς μέχρι τέλους της ζωής· αλλιώς πλανούνται οι ανθρώποι και δεν μπορούν να περάσουν τα τελώνια του αέρος."

15ον. Τελώνιον της γαστριμαργίας και πολυφαγίας.

Αυτά καθώς μου έλεγαν φθάσαμε στο τελώνιο της γαστριμαργίας και πολυφαγίας, όπου οι δαίμονες ήσαν πολύ χονδροί σαν τους χοίρους, δυνατοί και άγριοι, και έτρεξαν κατ' απάνω μου, γαυγίζοντας, και μου φανέρωσαν τις πολυφαγίες που έκαμνα απο μικρήν ηλικία μέχρι που γέρασα, και οτι δεν νήστευα Τετάρτη και Παρασκευή μέχρι και τις 40στάς χωρίς εγκράτεια· και οι Άγγελοι φέρνοντας τα καλά μου έργα για πληρωμή αναχωρήσαμεν.

16ον. Τελώνιο της ειδωλολατρίας.

Και φθάσαμεν στο τελώνιο της ειδωλολατρίας και διαφόρων αιρέσεων, και χωρίς να βρούν τίποτα οι δαίμονες αναχωρίσαμεν.

17ον. Τελώνιον της αρσενοκοιτίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της αρσενοκοιτίας· και ο πρώτος αυτών καθόταν σαν φοβερός δράκωντας αλλάσωντας μορφές πότε σαν αγριόχοιρος, πότε σαν ποντικός, πότε σαν θηριόψαρο και τριγύρω αυτού βρώμα και ανυπόφορη δυσσωδία και επλάγιαζε ασχημονώντας. Και επειδή δεν βρήκε τίποτα εναντίων μου, αναχωρήσαμεν,  και μου έλεγαν οι Άγγελοι οτι πολλοί φθάνουν μέχρι εδώ ανεμπόδιστα, και για την αισχρήν αυτήν πράξιν, καταγκρεμίζονται στον σκοτεινόν και άχαρον Άδην.

18ον. Τελώνιον των χρωματοπροσώπων.

Και μιλώντας φθάσαμεν στο τελώνιο το οποίον εξετάζει άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι καλλωπίζουν τα πρόσωπα τους με διάφορα χρώματα, και μυρωδικά και δεν ευχαριστούνται με το κάλλος που τους έδωσεν ο Θεός. Εγώ είχα χρωματισθή δυό φερές στη ζωή μου και οι δαίμονες εξέταζαν να με κρατήσουν οι Άγγελοι όμως επάλευαν με πολύν κόπον φέρνοντας τις καλές μου πράξεις, και κερδίζοντας αναχωρίσαμεν.

19ον. Τελώνιον της μοιχείας.

Ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μοιχείας το οποίον εξετάζει τους μοίχους και μοιχαλίδας· δηλαδή τους παντρεμένους οι οποίοι πηγαίνουν σε ξένες γυναίκες και μολύνουν το στεφάνι τους. Επίσης εδώ στο τελώνιον αυτό εξετάζονται και οι παρά φύσιν πράξαντες με τις γυναίκες τους. Αλλά επειδή εγώ δεν είχα ευθύνη από αυτά αναχωρίσαμεν χωρίς πρόβλημα.

20ον. Τελώνιον του φόνου και της εκτρώσεως.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στους τελωνάρχες του φόνου οι οποίοι εξετάζουν τους φονιάδες, μέχρι και τις γυναίκες που αποβάλλουν από την κοιλία τους βρέφη και μέχρι και αυτούς που αποφεύγουν την τεκνογονία· και από εδώ με την χάρην του Θεού αναχωρήσαμεν χωρίς πρόβλημα.

21ον. Τελώνιον της κλοπής.

Και ανεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στο τελώνιο της κλοπής που εξετάζει τους κλέφτες και εξετάζοντας με καλά οι δαίμονες δεν βρήκαν τίποτα και αναχωρίσαμεν ανεμπόδιστα.

22ον. Τελώνιον της πορνείας.

Και ανεβαίνοντας πολύ ψηλά φθάσαμεν στην θύρα του Ουρανού, όπου βρίσκεται το τελώνιο το οποίον εξετάζει τους πόρνους. Ο αρχηγός τους καθώταν σε υψηλό θρόνο και φορούσεν φόρεμα ραντισμένο με αφρούς και αίματα κάθε ακαθαρσίας πλυμμηρισμένον, το οποίον έγινε αυτό από τις ακαθαρσίες της πορνείας. Και ωρμόντας οι δαίμονες κατ' απάνω μου με εκατηγορούσαν και έλεγαν πολλά ψέματα, και ετόλμησαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων και να με ρίψουν στον άχαρον Άδην. 

Οι δε Άγγελοι αντίλεγαν σ' αυτούς, οτι είχα εξομολογηθή και παραίτησα από πολύν καιρόν αυτά. Και λέγοντας ψέματα οι δαίμονες έλεγαν οτι δεν τα εξομολογήθηκα ούτε κανόνα έλαβα από πνευματικόν, και οι Άγγελοι αναχώρησαν, τρίζοντας οι ακάθαρτοι δαίμονες τα δόντια τους. Και προχωρόντας μου λένε οι Άγγελοι οτι πολύ λίγοι περνούν από αυτό το τελώνιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται μέχρι εδώ πέφτουν στον σκοτεινόν και άχαρον Άδην.

23ον. Τελώνιον της ασπλαχνίας.

Και ανεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στο τελώνιο της ασπλαχνίας, το οποίο εξετάζη τους σκληρόκαρδους και ανελεήμονες και εξετάζοντας με οι δαίμονες και χωρίς να με βρουν άσπλαχνη διότι ελεούσα τους φτωχούς, και καταντροπιασθέντες οι δαίμονες, αναχωρήσαμεν απ' αυτούς.

Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Και ανεβαίνοντας χαρούμενοι φθάσαμεν στην πύλη του Ουρανού, η οποία ακτινοβολούσε και έλαμπε σαν καθαρό χρυσάφι και είχεν υπερθαύμαστην ωραιότητα, που δεν μπορεί γλώσσα ανθρώπου να την διηγηθή. Ο θυρωρός, ήταν ενας αστραπόμορφος νέος με χρυσά μαλιά και μας δέχθηκε χαρούμενος δοξάζωντας τον Θεόν διότι περάσαμε τα εναέρια τελώνια των δαιμόνων.

Και περνώντας την πύλη του ουρανού είδαμεν πλήθος αστραπόμορφων νέων οι οποίοι ακτινοβολούσαν σαν τον ήλιο και χαίρονταν όλοι και ευφραίνονταν, για την σωτηρία μου· εμείς πορευθήκαμεν με αγαλλίαση και χαράν ανεκλάλητον για προσκύνησιν του αστραπόμορφου θρόνου του Θεού, και Σωρήρα Ημών Ιησού Χριστού. Και είδαμεν σύννεφα όχι σαν τα συνηθισμένα τα οποία παραμέριζαν για να περάσουμεν. 

Και είδαμεν άλλο σύννεφο λευκό και χρυσόμορφο από το οποίο εξέρχονταν αστραπές και παραμέρισε κι αυτό όπως τα άλλα και περνόντας αισθανθήκαμεν γλυκύτατην ευωδία από τον θρόνο του αοράτου Θεού. Και είδαμεν στο άμεσον ύψος αστραποβόλο τον θρόνο του Παντάνακτος Θεού. Εκεί είναι η χαρά των δικαίων και η Αιώνια αγαλλίαση. Κ' είδαμεν εκεί πλήθος άπειρον αστραπόμορφων νέων, που φορούσαν πολύτιμα φορέματα με χρυσές ζώνες.

Φθάσαμεν απέναντι του θρόνου του Θεού, και οι Άγγελοι που με κρατούσαν άρχισαν να ψάλλουν και κλίνοντας τα γόνατα προσκυνήσαμεν τρείς φορές την Παναγίαν Τριάδα, και μαζύ με ημας όλο το πλήθος των Αγίων Αγγέλων που ήταν γύρω του θρόνου του Θεού. Κ' ευθέως ακούστηκε φωνή γλυκύτατη και έλεγεν στους Αγγέλους οδηγήστε την ψυχήν αυτήν πρώτα στον Παράδεισον και έπειτα στα καταχθόνια του άδου καθώς κάνεται σε όλες τις ψυχές. Κ' έπειτα αναπαύσεται την στην κατοικία του δούλου μου Βασίλειου που με παρακάλεσεν. 

Και συνοδεύοντας με οι Άγγελοι με έφεραν στον Παράδεισον όπου είδα τις κατοικίες των δικαίων όπου έλαμπαν σαν ακτίνες του ήλιου των οποίων η κατοικία εκάστου διέφερεν κάθε ενός ανάλογα των έργων του. Εκεί είδαμεν τον κόλπον του Αβραάμ όπου αναπαύονται τα τέκνα των ορθόδοξων χριστιανών όσα έζησαν στον κόσμο αναμάρτητα. Εκεί αναπαύονται οι ψυχές των 12 Πατριαρχών και όλων των Αγίων και φαίνονταν σαν να ήταν με σώματα, αλλά χέριν ανθρώπου δεν μπορεί να τους πιάση. 
Όταν επισκεφθήκαμεν όλες τις κατοικίες των Αγίων οι Άγγελοι με έφεραν στις φοβερές κολάσεις του Άδη όπου κατοικούν οι αμαρτωλοί· και είδα τις σκοτεινές φυλακές όπου είναι κλεισμένες οι ψυχές των αμαρτωλών ώς η άμμος της θάλασσας και σκεπάζονταν από την μαύρην ομιχλη του θανάτου· και εκεί ακούεται τέκνον μου Γρηγόριε το ουαί και αλλοίμονο και τους κατατρώγει ασταμάτητα ο μολυσμός και η βρώμα. 

Αφού γυρίσαμεν όλες τις κολάσεις των αμαρτωλών, ο ένας Άγγελος μου λέγει. 

"Θεοδώρα ξέρεις οτι σήμερα ο πνευματικός σου πατέρας Βασίλειος κάμνει το τεσσαρακοστόν σου μνημόσυνο στην  γη;" Και λέγοντας αυτό ο άγγελος με άφησαν να εμφανισθώ στην πανευφρόσυνη κατοικία του Παραδείσου, όπου εδω βρίσκονται και άλλες ψυχές των πνευματικών τέκνων του πατρός μας Βασιλείου. Εκεί βρισκόταν ωραιότατο τραπέζι ακτινοβολόντας διά των πολύτιμων λίθων που ήταν στολισμένη, και γεμάτη με διάφορα ωραιότατα οπωρικά που έτρωγαν ανθρώποι άϋλοι χωρίς παχιές σάρκες και έλαμπαν σαν ακτίνες του ήλιου τα πρόσωπα τους. Εκεί δεν διακρίνονταν οι άνδρες από τις γυναίκες. Ωραιότατοι νέοι τους κερνούσαν με ροδοκόκκινο ποτό και όσοι έπιναν χόρταναν από την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος. 

Τότε ο Άγιος Βασίλειος διέταξε την Θεοδώρα να με οδηγήση να ιδώ το ωραιότατο περιβόλι της κατοικίας του. Και οδηγόντας με η Θεοδώρα φθάσαμεν στο περιβόλι του οποίου η πόρτα και τα ψηλά τείχη ήσαν χρυσαφένια, το οποίον ήταν γεμάτο από ποικιλόμορφα δέντρα φορτωμένα από ευγευστάτους και ωραιοτάτους καρπούς άφθαρτους και αθάνατους· και βλέπωντας αυτά εγώ έμεινα εκστατικός, η δε Θεοδώρα είπε:

" Αυτά όλα που βλέπεις τα εχάρισεν ο Πανάγαθος Θεός του πατέρα μας Βασιλείου, για τους κόπους του και την αρετή του, για να ευφραίνεται και να αναπαύεται με όλα τα σωσμένα πνευματικά του τέκνα. Φρόντισε και συ τέκνον μου Γρηγόριε, εώς ότου βρίσκεσαι στον προσωρινόν κόσμο, να κάμης τις εντολές του Θεού, για να έλθης και συ εδώ μέχρι την Δευτέρα Παρουσία, οπότε ο Θεός έχει μεγαλύτερα από αυτά ετοιμασμένα γι' αυτούς που Τον Αγαπούν."

Εγώ ψηλαφίζοντας τον εαυτό μου εάν ήμουν με το σώμα, μου φάνηκε σαν να έπιανα ακτίνες του ήλιου, και τότε ήλθα στον εαυτό μου ελευθερωθείς από τα φοβερά και εξαίσια εκείνα πράγματα. Και συλλογιζόμενος όλα αυτά έλεγα· άραγε από τον διάβολο τα είδα όλα αυτά; 

Και σηκώθηκα επορεύθηκα να συναντήσω τον άγιον Γέροντα μου, και βρίσκωντας τον έβαλα μετάνοια και πήρα την ευλογία του, και μου λέει· άραγε ξέρεις τέκνον μου Γρηγόριε, οτι αυτήν τη νύκτα είμασταν μαζί στα ουράνια και αιώνια σκηνώματα εκεί που βρίσκεται η Θεοδώρα και την είδες και μιλήσατε μαζί κατά την επιθυμία σου, και πήγατε μαζί στο ωραιότατο περιβόλι  και είδες τα πανεύοσμα εκείνα άνθη και τους αθάνατους εκείνους καρπούς και είδες τα ολόχρυσα εκείνα παλάτια αυτήν τη νύκτα, μήν νομίσεις τέκνον μου οτι όλα αυτά είναι όνειρο.

Εγώ ακόυωντας αυτά από το στόμα του άγιου Γέροντα και επιγείου αγγέλου λιποθύμησα και έμεινα άφωνος γνωρίζοντας όλα αυτά οτι έγιναν στ΄αλήθεια.

Έπειτα όταν συνήλθα μου λέγει ο Άγιος:

" Και συ τέκνον μου Γρηγόριε φρόντισε να διέλθης τη ζωή σου με αγαθοεργίες κατά τις εντολές του Χριστού και μετά τον θάνατο σου θα σε δεχθώ στις αιωνίους κατοικίες, τις οποίες μου εδώρησεν ο Κύριος δια την πολλήν του αγαθότητα. Διότι εγώ θα φύγω σε λίγο από τον μάταιο αυτόν κόσμο, και συ υστερότερα και θα σε περιμένω εκεί στα αιώνα, διότι καθώς ο Κύριος μου αποκάλυψε θα διέλθης την ζωή σου θεάρεστα. 

Πρόσεξε τέκνον μου μη φανερώσης σε κανέναν όσα είδες και άκουσες εν όσω ζω. Μετά από τον θάνατο μου γράψε τα αυτά για ωφέλεια των Χριστιανών που θα τα διαβάσουν." 

 Εώς εδώ αδελφοί χριστιανοί είναι η διήγηση του θανάτου της Θεοδώρας την οποίαν έγραψεν ο σοφός Γρηγόριος. Επίσης έγραψεν πως μέλλεται να γίνη η φοβερά κρίσις την ημέρα εκείνης της  Δευτέρας! Παρουσίας του Αδεκάστου Κριτού περί της οποίας αποκαλύφθηκεν στον άγιον γέροντα Βασίλειον, και το οποίον βρίσκεται πιό κάτω σε αυτό το κείμενο γραμμένο.

2. ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

(Απο Σιναΐτικο Χειρόγραφο του 15-16ου αιώνα)

Επί της Βασιλείας του Λέοντος του Σοφού στα χρόνια 886-911 υπήρχεν ο όσιος Βασίλειος ο Νέος, ο οποίος είχεν μαθητήν του κάποιον Γρηγόριον, ο οποίος κυριευμένος απο λογισμούς πίστευε οτι οι εβραίοι που τηρούν τον Μωσαϊκό Νόμο, μετά την Ανάσταση των νεκρών, θα είναι δεκτοί στον Θεόν την ημέρα της Κρίσεως όπως οι Προπάτορες, Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ.  

Ο δε Άγιος Βασίλειος αντιφρονούσε σ' αυτό λέγοντας προς τον νεαρόν:
" Ο Κύριος λέγει τέκνον μου στο Ιερόν Ευαγγέλιο, εγώ είμαι η θύρα, δι εμού εάν τις εισέλθη σωθήσεται ( Ιωαν. 10,8) και πως είναι δυνατόν τέκνον μου να σωθούν οι εβραίοι που είναι εχθροί του Θεού και τον βλασφημούν κάθε ημέραν;" 
Και προσευχόμενος ο Άγιος στον Θεό να αφαιρέση από τον νεαρό αυτούς τους λογισμούς, απέστειλεν ο Πανάγαθος Θεός θείον Άγγελον και εξήγησεν στον Γρηγόριον περί τούτου, και λέγει μιά νύκτα ενώ κοιμώμουν, ξύπνησα για προσευχή, κατά συνήθεια και είδα σε όραμα οτι βρέθηκα σε μια πεδιάδα γεμάτη ποικίλων δέντρων και λουλουδιών, και ξαφνικά φάνηκε ένας νέος ψηλός και ωραίος με πύρινη στολή εξαστράπτων και μου λέγει:

" Γρηγόριε, οι ευχές του Οσίου Πατρός Βασιλείου σε έφεραν εδώ για να μάθης, να πεισθής και να γνωρίσης την αλήθεια που επιθυμούσες." Και αρπάζοντας με ο Νέος απο το χέρι βαδίζαμεν και νεφέλη φωτεινή μας ανέβασεν σε άπειρο ύψος, και υπερθαύμαστον κόσμον, και βλέπωντας έτρεμα από τον φόβο μου, και ευθύς βρεθήκαμεν στην πεδιάδα της οποίας το έδαφος ήταν υάλλειο, και μέσα στην πεδιάδα υπήρχεν άπειρον πλήθος πυρινόμορφων νέων και ακούονταν υμνωδίαις και άσματα μελίρρητα και υπερθαύμαστα. 

Προχωρόντας είδαμεν άλλον τόπον πύρινον, ο οποίος φαινόταν οτι φλεγόταν και δεν καιγόταν, όπου ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να διηγηθή. Και ο τόπος αυτός μου είπεν ο συνοδός μου Άγγελος οτι είναι η Αγία Πόλις η Άνω Ιερουσαλήμ της οποίας Δημιουργός είναι ο Θεός, και είναι η πόλις των Αγίων και πάντων των Δικαίων, των ευαρεστησάντων τον Θεόν. 

Και καθώς μου τα έλεγεν αυτά ο Άγγελος, βλέπω υπεράνω της Αγίας Πόλης αιωρούμενον τον Τίμιον Σταυρόν, υπεραστράπτοντα περισσότερο από τις ηλιακές ακτίνες, και μετά από αυτό βλέπω πλήθος Αγγέλων, κρατώντας θρόνον φρικώδη, και τεράστιον και φωνή βροντώδης και φοβερή εξακούετο λέγουσα:

" Ιδού ο Μέγας και φοβερός Κριτής έρχεται να κρίνει τους ζωντανούς και τους νεκρούς, και να αποδώση στον κάθε ένα άνθρωπο κατά τα έργα αυτού. Και αυτά όλα γίνονται στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ της επιγείου Ιερουσαλήμ, καθώς γράφτηκε στις Γραφές."

Και μετά από αυτά βλέπω άλλους Αγγέλους κατέχοντας πύρινες σάλπιγγες, και με την προσταγή του Κριτή σάλπισαν, και εσαλεύθησαν τα θεμέλια της γης, και να ανοίχτηκαν οι τάφοι των από όλων των αιώνων νεκρών, από τον Αδάμ μέχρι της εσχάτης ημέρας. 

Και ευθύς ώ! φρικτόν θέαμα ανέβαιναν από τους τάφους, τα οστά γυμνωμένα των νεκρών των αιώνων, και ενδύνονταν σάρκες, νεύρα και δέρμα, και ήταν άπειρο το πλήθος ως η άμμος της θάλασσας, γυμνοί και τρομαγμένοι, όλοι σε μια ηλικία, σαν να ήταν 33 χρονών και φαίνονταν κάθε ένας διαφορετική μορφή.Και στον κάθε ένα ήταν γεγραμμένο στο μέτωπω του, αυτός είναι προφήτης, σε άλλους δε αυτός είναι Ιεράρχης, σε άλλους Οσίοι, και σ' άλλους ελεήμονες, και απλά κάθε ενός η αρετή και η ζωή του στη γη ήταν γεγραμμένη στο πρόσωπω του.  

 Ομοίως δε και τους αμαρτωλούς και απίστους γραφόταν στο μέτωπω τους οι πράξεις κάθ' ενός· αυτός είναι φονιάς, σε άλλον αυτός είναι πόρνος, σε άλλους αυτός είναι κτηνοβάτης, σε άλλους αυτός είναι αιμομίκτης, σε άλλους αυτός είναι βλάσφημος, και σε άλλους αυτός είναι φιλοκατήγορος, και σε άλλους αυτός είναι κοιλιόδουλος κ.λ.π.,και όλοι έκλαιγαν με θρήνο απαρηγόρητοι και έλεγαν:

" Αυτά όλα τα ακούαμεν στις Γραφές και δεν πιστεύσαμεν" και όλα τα έθνη Αγαρηνοί, εβραίοι, εθνικοί και όλοι οι άπιστοι έκλαιαν και ωδύρονταν την απώλεια του εαυτού τους, και ιδίως οι Ιουδαίοι έλεγαν:

" Εάν αυτός είναι ο Χριστός, ο φοβερός Κριτής τον οποίον εσταυρόσαμεν, χαθήκαμεν όλοι". Τότε ο συνοδός μου Άγγελος μου λέγει:
"Βλέπεις τους Ιουδαίους πως τρέμουν βλέπωντας αυτά που γίνονται." Και ευθύς ο Άγγελος μου λέγει:

" Ιδού  ο φοβερός και μέγας Θεός παραγίνεται, φόβος και τρόμος λαμβάνουν τα πάντα."

Και ιδού πλήθος αναρίθμητον ουρανίων Αγγέλων κατέρχετο από τους ουρανούς, και παρασταθέντες ενώπιον του φοβερού θρόνου, προσκύνησαν, και παραύτα ακούονταν κρότοι και βροντές φοβερές μαζί με κτύπους, και όλο το γένος των ανθρώπων έτρεμε, και όλα τα τάγματα των ουρανών, παραστάθησαν σε κύκλον γύρο από τον θρόνο του φοβερού Κριτού με πολλή τάξη και φόβο.     
                  
Τότε όλοι οι δίκαιοι φώναξαν:

" Εσύ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του Ζώντος ο οποίος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα σε Προσκυνούμεν."  

Και ακόυγοντας αυτό οι Ιουδαίοι, αιρετικοί και άπιστοι, έτρεμαν και έμειναν άφωνοι. Τότε ο φοβερός Κριτής έστρεψε το βλέμμα στον Ουρανό, και τρομάζοντας ο Ουρανός χάθηκε. Ομοίως βλέποντας τη γη ευθύς και αυτή εξαφανίστηκε, και ο ήλιος και η σελήνη και τα αστέρια χάθηκαν σαν κερί, το ίδιο και η θάλασσα ξηράθηκε όλη και μεταποιήθηκε σε φωτιά, και έγινεν πύρινος ποταμός, και βρίσκόταν μπροστά στον Θεϊκό Θρόνο. 

Και ευθύς με κάλεσμα του Κριτή, διεχωρίσθησαν τα άπειρα εκείνα πλήθη των ανθρώπων σε δύο· και στάθηκε το ένα στα δεξιά του Κριτή και το άλλο στα αριστερά. Και βλέπωντας ο Κριτής τους βρισκομένους στα δεξιά του, τους είπε με γλυκήτατη φωνή:

" Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου να κληρονομήσεται την ετοιμασμένην για εσάς βασιλεία." (Ματθ. 25,34)

Έπειτα βλέπωντας και αυτούς στα αριστερά του, τους λέγει με οργή:
" Απομακρυνθήτε από εμένα οι καταραμένοι στη φωτιά την αιώνια, η οποία ετοιμάστηκε για τον διάβολο και τους αγγέλους του"

Και όταν αυτά ακούστηκαν από τον Κριτή, και αφού οι αμαρτωλοί οδύρθησαν ανώφελα , ξαφνικά βλέπω την υπερθαύμαστην εκείνη πόλη απέναντι του Κριτή να στέκεται, και να η κατά την δύση πόλη ανοίχθηκε βλέπω μια γυναίκα από τα δεξιά του Κριτού στεκόμενη αστράπτοντας περισσότερο από τον ήλιον, προς την οποία λέγει ο Κριτής· είσελθε Μητέρα μου στην βασιλεία μου, και αφού την υποδέκτηκαν στρατοί Αγγέλων εισήλθαν στην Αγίαν Πόλιν.

Οι Άγιοι 12 Απόστολοι

Και μετά απο αυτό βλέπω 12 άνδρες οι οποίοι ήσαν οι 12 Απόστολοι φορόντας στολές πυρίμορφες προσκύνησαν τα πόδια του Κριτού και εισήλθαν και αυτοί στην Αγίαν Πόλιν.

Οι 70 Απόστολοι

Έπειτα χωρίσθησαν άλλοι 70 άνδρες από το άπειρο πλήθος που βρισκόταν δεξιά του Κριτή και αυτοί ήσαν οι 70 Απόστολοι οι οποίοι προσκυνόντας και αυτοί, εισήλθαν στην Αγία Πόλη.

Οι Άγιοι Μάρτυρες

Έπειτα διεχωρίσθησαν απ' αυτής της δεξιάς μερίδας πλήθος ανδρών των οποίων τα πρόσωπα σπινθηροβολούσαν, και άστραπταν οι στολές τους περισσότερον από τον ήλιον, και προσκυνόντας τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγίαν Πόλιν.

Οι Ιεράρχες

Μετά διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή πλήθος άπειρον των Αγίων Ιεραρχών, των οποίων τα πρόσωπα άστραπταν περισσότερο από τον ήλιο, και οι στολές τους  περισσότερο από το χιόνι, και προσκυνόντας τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγία Πόλη.

Οι Διδάσκαλοι

Μετά από λίγο διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή των θείων Διδασκάλων των οποίων σπινθηροβολούσαν τα πρόσωπα τους και αφού προσκύνησαν τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγία Πόλη.

Οι ασκητές Όσιοι Πατέρες

Και μετά απο αυτά διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή πλύθος αναρίθμητο, οι ασκητές της ερήμου και των βουνών Μοναχοί, και ευαρεστησάμενοι τον Κριτήν, και αφού επαινέθηκαν από Αυτόν, προσκυνήσαν και αυτοί και εισήλθαν στον Πόλη.

Οι παρθένοι και ελεήμονες

Και μετά απο λίγο διεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή, αστράπτοντας σαν την αστραπή προσκυνόντας και αυτοί τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη.

Οι ειλικρινώς μετανοημένοι

Έπειτα διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή πλήθος άπειρον, οι ειλικρινώς στον κόσμο μετανοημένοικαι προσκυνόντας τον Κριτή εισήλθαν και αυτοί στην Αγία Πόλη.

Οι Άγιο Προπάτορες

Μετά από λίγο διεχωρίσθησαν άλλοι 15 άνδρες ωραιότατοι και αστράπτοντες σαν το φώς, οι Άγιοι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, και οι υιοί αυτών, προσκυνόντας και αυτοί τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη.

Οι από Αδάμ εώς του Χριστού Προφήτες

Έπειτα διεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή οι από Αδάμ μέχρι τον Χριστό Δίκαιοι και Προφήτες περί των οποίων είπεν ο Κύριος·
" Οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι, και οι τελευταίοι πρώτοι·"
και αυτοί προσκυνόντας τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγία Πόλη.

Οι δια τον Χριστό Σαλοί

Και μετά από λίγο διεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή, οι δια τον Χριστό Σαλοί, και αυτοί προσκυνόντας τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη.

Οι του γάμου άμωμοι

Και αμέσως απεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή οι του γάμου άμωμοι και αμώλυντοι ντυμένοι στολή Βασιλική και τα πρόσωπα αυτών δεδοξασμένα, προσκυνόντας και αυτοί τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη,

και έλειψαν οι στα δεξιά του Κριτή Δίκαιοι, και έμειναν μόνο οι στα αριστερά του Κριτή αμαρτωλοί με καταντροπιασμένα τα πρόσωπα, οδυρόμενοι, βλέποντας αυτά που συνέβαιναν· ήσαν δε πλήθος άπειρον, τρέμοντας και με φόβο στέκοντας ανάμεναν την φοβερή ώρα της καταδίκης τους.               Και γυρνώντας το βλέμμα προς αυτούς ο Κριτής, διεχωρίσθηκε μεγάλη συναγωγή σαν την άμμο της θάλασσας, και καλώντας τους Αγγέλους ο Κριτής, τους έρριψαν στον πύρινον ποταμόν οδυρώμενους και κλαίοντας.

Όλοι οι αβάπτιστοι και Αιρετικοί

Και καλόντας ο Κριτής τους Αγγέλους άρπαξαν άλλη συναγωγή αναρίθμητη τους έρριψαν στον πύρινον ποταμόν, να καίγωνται αιωνίως.

Οι αυτόκτονες

Έπειτα με νεύμα στους Αγγέλους ο Κριτής, άρπαξαν άλλη συναγωγή αναρίθμητη, και τους έρριψαν στην κοχλάζουσαν θάλασσαν του πυρός.

Οι φονιάδες οι φαρμακοί-μάγοι
Και μετά από λίγο με νεύμα ο Κριτής στους Αγγέλους άρπαξαν άλλη συναγωγή τους φονιάδες-φαρμακούς και τους μάγους και τους έβαλαν στην σπινθηροβολούσαν εκείνη θάλασσα.

Οι μοίχοι και αιμομίκτες

Και καλώντας τους Αγγέλους του ο Κριτής άρπαξαν άλλη συναγωγή, τους μοίχους και τους αιμομίκτες, και τους έρριψαν στην πυρανάπτουσαν θάλασσα.

Οι αρσενοκοίται

Και πάλιν νεύοντας τους Αγγέλους ο Κριτής άρπαξαν άλλη μεγάλη συναγωγή τους αρρενομανούντας και βίαια τους έσπροξαν και τους έρριψαν στη λίμνη εκείνη της φωτιάς.

Οι κτηνοβάτες

Και πάλιν ο Κύριος καλώντας τους Αγγέλους διεχώρησαν άλλη συναγωγή, των κτηνοβατών των οποίων τα πρόσωπα υπήρχαν σαν τα κτήνοι και με οργή τους έρριψαν στον ποταμό της φωτιάς.

Όσοι με βότανα και φάρμακα σκότωσαν βρέφη

Και μετά από λίγο καλώντας ο Κριτής τους Αγγέλους διαχώρισαν άλλη συναγωγή, αυτούς που σκότωσαν βρέφη, και με βίαια ορμή τους έρριψαν στον ποταμό της φωτιάς.

Οι κλέφτες και οι άρπαγες

Και πάλι καλώντας τους Αγγέλους ο Κριτής διεχώρισαν άλλη συναγωγή τους κλέφτες και τους άρπαγες και τραβόντας τους με βία τους έρριψαν στην πύρινη θάλασσα.

Οι βλάσφημοι και επίορκοι

Και διεχώρησαν οι Άγγελοι άλλη συναγωγή, πλήθος άπειρον και την έρριψαν στην παφλάζουσαν και σπινθηροβολούσαν θάλασσα του πυρός.
Οι ψεύτες και ψευδομάρτυρες

Και διεχώρισαν άλλη συναγωγή που έβγαζε βρώμα από το στόμα, τους έρριψαν βίαια στη λίμνη της φωτιάς.

Οι κατήγοροι-κατάλαλοι

Και πάλι καλώντας τους Αγγέλους ο Κριτής άρπαξαν άλλη συναγωγή άπειρο πλήθος και έβγαινεν απο το στόμα αυτών αίμα και φίδια τεράστια, κρέμμονταν στις γλώσσες τους, και τους έρριψαν στην κατώδυνη λίμνη της φωτιάς.

Οι φθονεροί και μνησίκακοι

Και χωρίζοντας άλλη συναγωγή οι Άγγελοι τους μνησίκακους και φθονερούς σπροχνωντας, και φέρνοντας τους τους έρριψαν βίαια στην λίμνη της φωτιάς.

Όσοι οργήζονται και θυμώνουν

Και πάλι καλώντας ο Κριτής άρπαξαν άλλη συναγωγή αυτούς που θυμώνουν και οργήζωνται, και τους έρριξαν αυτούς στον ποταμό εκείνο της φωτιάς.

Οι αμαρτωλοί Ιερείς και Μοναχοί

Και με το κάλεσμα του Κριτή οι Άγγελοι χώρησαν άλλη συναγωγή, τους Ιερείς και Μοναχούς οι οποίοι αμάρτησαν (και δεν μετανόησαν), πολύ πλήθος, και έρριψαν άλλους στον Τάρταρο του Άδη, άλλους στο σκοτάδι το εξώτερο και άλλους στο τρίξιμο των δοντιών, να κολάζονται αιώνια.

Αυτοί που έχουν έχθρα προς άλλους και κοινωνούν

Έπειτα ξεχώρισαν άλλη, συναγωγή, των μνησικάκων και σπροχνωντας αυτούς σκληρά τους έρριψαν στη λίμνη της φωτιάς την καιόμενη.

Οι μέχρι θανάτου αμετανόητοι Χριστιανοί

Έπειτα άρπαξαν άλλη συναγωγή πλήθος άπειρον· οι Άγγελοι σπρόχνωντας και τραβώντας βιαίος τους έρριξαν σε διάφορες κολάσεις ανάλογα των αμαρτιών τους.

Οι ελεήμονες Χριστιανοί οι οποίοι δεν μετανόησαν

Και πάλι με προσταγή του Κριτή διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή άπειρο πλήθος κλαίγοντας πικρά και στανάζοντας οδηγούμενοι από τους πύρινους Άγγελους, για να ριφθούν στην παφλάζουσαν εκείνη θάλασσα της φωτιάς. 

Βλέποντας αυτούς η Παναγία Μητέρα του Κριτού βγαίνοντας από την Αγία Πόλη, τρέχει σπουδαία και φθάνοντας τους φοβερούς εκείνους Αγγέλους είπε:

" Στο όνομα της Τρισηλίου Θεότητος, Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίου, να μη κολασθεί αυτή η συναγωγή, και προσελθούσα στον Κριτή, προσκύνησε τα άχραντα Του πόδια και είπε· 

Υιέ μου και Θεέ, λυπήσου αυτή τη συναγωγή, για τους λόγους που ξεφώνησες από το ίδιο σου το στόμο λέγωντας.

Μακάριοι οι ελεήμονες οτι αυτοί ελεηθήσωνται. (Ματθ. 6,7) 

Και αποκρινόμενος ο Κριτής λέγει:

Ω Μητέρα μου για την μεν ελεημοσύνη που εποίησαν κατακρατώ και λυτρώνω αυτούς από την κόλαση, για δε του οτι αμαρτήσαν και δεν μετενόησαν, δεν θα εισέλθουν στην πόλιν των Αγίων μου, ούτε θα δουν την Βασιλεία μου.

Και προστάζοντας ο Κριτής τους Αγγέλους, να πάρουν αυτούς μακριά της πόλεως των Αγίων, σε ένα τόπο αμέτοχον κάθε θλίψεως και κολάσεως.
Η Παναγία Μητέρα του Θεού επέστρεψε μαζί με τους Αγγέλους στην Αγία Πόλη από την οποία είχε βγεί.

Τα αβάπτιστα παιδιά των Χριστιανών

Και απεχώρισαν άλλη συναγωγή οι Άγγελοι μπροστά στον Κριτή, τα πρόσωπα των οποίων ήσαν σκοτεινά και τυφλά, και λέγουν στον Κριτή. Κύριε εμείς είμαστε τέκνα Χριστιανών, και η τομή του θανάτου δεν μας άφησε να ζήσουμε να βαπτισθούμεν και να σε ευαρεστήσουμεν· ο Κριτής διέταξε τους Αγγέλους να τους πάρουν μακριά της πόλεως των Αγίων, να απολαμβάνουν μικρή απόλαυση· δεν ήσαν ούτε νήπια ούτε γέροντες ούτε γυναίκες αλλά όλοι άνδρες νεαροί μιάς ηλικίας.

Ο Άρειος Μακεδόνιος και ολοι οι αιρετικοί

Και καλώντας ο Κριτής τους Αγγέλους, έφεραν άλλη μικρή συναγωγή των Αιρετικών και κρέμουνταν στις γλώσσες τους έχιδνες (φίδια),
και γυρνώντας ο Κύριος είπε:

" Πώς ετολμήσατε, να σχίσετε τον χιτώνα της ορθόδοξης εκκλησίας μου και να απωλέσετε άπειρο πλήθος ψυχών ανθρώπων;

Τότε αρπάζοντας τους οι Άγγελοι τους έρριψαν στην πύρινη εκείνη θάλασσα.

Ο Διοκλητιανός Νέρων και όλοι οι τύρρανοι Βασιλιάδες

Και με προσταγή του Κριτή έβγαλαν άλλη συναγωγή, από τα στόματα των οποίων έτρεχεν αίμα βρώμερό και αυτοί ήσαν όλοι οι τύρρανοι Βασιλιάδες, που βασάνιζαν τους χριστιανούς, και σπρόχνωντας τους οι Άγγελοι τους έρριψαν στον τάρταρον του Άδη.

Οι Ιουδαίοι

Και πάλιν καλώντας ο Κριτής έβγαλαν οι Άγγελοι άλλη συναγωγή, άπειρον πλήθος των εβραίων και έστησαν μπροστά του Κριτού, και οδυρώμενοι έκλαιγαν και φώναξαν:

" Αλοίμονο σ' εμάς οτι πέσαμεν στα χέρια του Ναζωραίου που είναι ο Θεός του Αβραάμ του Ισαάκ του Ιακώβ που ελατρεύαμεν. 

Πού είναι ο Μωυσής που μας είπεν να μην λατρεύουμεν άλλο Θεόν;
Να έλθη να μας λυτρώσει;"

Και ευθύς στάθηκε μπροστά τους ο Μωυσής λέγωντας:

" Δεν είμαι εγώ που σας έγραψα στο νόμο· οτι θα αναστήση ο Κύριος ο Θεός μας προφήτην απο τους αδελφούς μας σαν εμένα, και όποιος δεν ακούση αυτού του προφήτη θα εξωλοθρευθή. Τώρα αλοίμονο σ' εσάς διότι δεν πιστεύσατε σε Αυτόν."

Και λέγοντας αυτά ο Μωυσής τους άφησε και εισήλθε στην Αγία Πόλη· οι Ιουδαίοι οδυρόμενοι με στεναγμούς σπάραζαν κλαίγοντας, και ευθύς αστραπή φαβερή άστραψε και οι Άγγελοι τους έβαζαν πολλούς μαζί στον ποταμό εκείνον της φωτιάς, και έλειψαν όλοι οι από αριστερά αμαρτωλοί, βαλμένοι σε όλες τις κολάσεις, ο τόπος της κολάσεως ήταν μια μέγιστη κοιλάδα μεταξύ δύο οροσειρών, από την οποία εξέρχετο κλάμα και αναστεναγμοί, και ανέβαιναν μέχρι το ύψος της Πόλεως των Αγίων· για να μην ακούουν οι δίκαιοι και έτσι να λυπούνται και να στενάζουν, με προσταγή του φοβερού Κριτή, όταν άπλωσε το χέρι Του το Δεξί, έπεσαν και τα δύο όρη και κατακάλυψαν την κοιλάδα εκείνη του κλάματος, και δεν ακουώταν πλέον ο θρήνος των αμαρτωλών.  

Και αφού έγιναν όλα αυτά συνάχθησαν όλα τα ουράνια τάγματα αναπέμποντας δοξαλογίες μεγάλυναν την Τρισυπόστατον Θεότητα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα τον ένα αληθινό Θεό.

Και εισρχόμενος ο Δίκαιος Κριτής καθησμένος στον θρόνο της δόξας στον αέρα συνοδευόμενος από όλα τα ουράνια τάγματα εισήλθεν στην Πόλιν των Αγίων, και παρέστησε μπροστά Του την Πανυπέραγνον Αυτού Μητέρα, από την οποία σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, και όλους τους Δίκαιους και Άγιους όλων των αιώνων οι οποίοι Τον είχαν ευαρεστήση, τους στεφάνωσε με στεφάνια αμάραντα δόξης, και εφώναξεν σ' αυτούς, την μακαρία εκείνη φωνή:

" Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, να κληρονομήσεται τα αιώνια αγαθά του παραδείσου τα οποία ετοίμασα πρίν να χτιστή ο κόσμος."

Και ευθύς εισήλθαν όλοι οι δίκαιοι στον Παράδεισον, ο οποίος ήταν στη μέση της Αγίας εκείνης Πόλης, όπου δεν υπάρχει νύκτα, ούτε λύπη, ούτε στεναγμός πόνου, αλλά υπάρχει η αιώνια χαρά και ευφροσύνη.

Εκείνοι οι οποίοι έζησαν ευσεβώς, χριστιανοί, και από την ενέργεια του διαβόλου περιέπεσαν σε αμαρτήματα και δεν μετενόησαν όπως και τα αβάπτιστα παιδιά των χριστιανών, βρίσκονται στη γή των πράων, και στερούνται την δόξα του Θεού, και του αιώνιου φωτός και της συναυλίας των Αγγέλων και όλων των Αγίων και Δικαίων.

Οι δε αμαρτωλοί αυτοί που κληρωνόμησαν τις αιώνιες κολάσεις, καθώς μου είπεν ο συνοδός μου Άγγελος, στερούμενοι κάθε αγαθού, κληρωνόμησαν την αιώνια φωτιά, σκοτάδι ασταμάτητο, σκουλίκι ακοίμητο, στέρηση απαρίθμητη, θλίψεις και πόνους ασταμάτητους, στους απέραντους και ατελείωτους αιώνες.

Μετά που είδα όλα αυτά γύρισε σ' εμένα ο Κύριος με ίλαρο και γαλήνιο πνεύμα, και αφού ήλθα μαζί με τον συνοδό μου Άγγελο, προσκυνήσαμεν με φόβο και τρόμο τα άχραντα πόδια Του και αφού σηκωθήκαμε μου λέγει με ίλαρο πρόσωπο:

" Να, με ταις ευχαίς του θεραπευτή μου Αγίου Βασιλείου είδεν τον τρόπον με τον οποίον στο μέλλον θα γίνει η φοβερή μου Κρίση, και πληροφορήθηκες περί των αχάριστων Ιουδαίων όπως ζητούσες να μάθης περί της σωτηρίας τους.

Τότε με προσταγή του Κριτού με παρέλαβεν ο θείος εκείνος Άγγελος και με έφερε στον τόπο από όπου με είχεν παραλάβει. Και με σηκωμένη τη σκέψη γι' αυτά που είδα, με φόβο και τρόμο, διηγούμουν σε όλους αυτά και δόξασα τον Κύριον, στον οποίον πρέπει όλη η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση Τον Θεό της Τριάδος σε όλους τους αιώνας. Αμήν.

Την 3η Οκτωβρίου
Μνήμη του αγίου ιερομάρτυρος Διονυσίου Αρεοπαγίτου

Βρέθηκα κάποτε στην Κρήτη- γράφει ο άγιος Διονύσιος - όπου με φιλοξένησε ο ιερός Κάρπος. άνθρωπος περισσότερο απο κάθε άλλον ικανός στην θεοπτία, για την πολλή καθαρότητα του νου του. Δεν τολμούσε μάλιστα να τελέσει τα ιερά μυστήρια, αν προηγουμένως, κατά τις προκαταρτικές ευχές, δεν του παρουσιαζόταν κάποια ιερή κι ευνοϊκή όραση.  
Έλεγε λοιπόν ο Κάρπος, πως κάποτε τον είχε λυπήσει ένας άπιστος. Και αιτία της λύπης ήταν οτι ο άπιστος χώρισε απο την Εκκλησία κι έσυρε στην αθεΐα ενα χριστιανό, όταν ακόμα τελούνταν οι ιλάριες ημέρες του δηλαδή η εβδομάδα που μόλις είχε βαπτισθή. 

Σ' αυτή την περίπτωση ο Κάρπος όφειλε να προσευχηθεί με αγαθότητα και για τους δύο, και παίρνοντας έτσι βοηθό το Σωτήρα Θεό, τον ενα να επαναφέρει στην Εκκλησία και τον άλλο να κερδίσει με την καλοσύνη του, μη σταμαρώντας να τον νουθετεί σ' όλη του τη ζωή. Μ' αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να τους οδηγήσει στη γνώση του αληθινού Θεού.  

Αυτός όμως, δεν ξέρω πως, έπαθε κάτι που δεν είχε ξαναπάθει. Άφησε δηλαδή να γλιστρήσει μέσα στην ψυχή του μεγάλη αγανάκτηση και πικρία, κι έπεσε να κοιμηθεί- μια και ήταν βράδυ- βρισκόμενος σ' αυτή την άσχημη ψυχική κατάσταση. 

 Γύρω στα μεσάνυχτα σηκώθηκε- γιατί συνήθιζε να ξυπνάει μόνος του αυτή την ώρα, για να ψέλνει τους ιερούς ύμνους. Καθώς όμως στεκόταν στην προσευχή, ένιωθε εμπαθή λύπη και στεναχώρια, κι έλεγε πως δεν είναι δίκαιο να ζούν ανθρώποι άθεοι, που διαστρέφουν τους ίσιους δρόμους του Κυρίου. Και λέγοντας αυτά, παρακαλούσε τον Θεό να ρίξει κεραυνό και να δώσει μεμιάς τέλος στη ζωή και των δύο απίστων.

 Δεν τελείωσε τα λόγια του, και του φάνηκε, λέει, πως είδε ξαφνικά το σπίτι, όπου βρισκόταν, να σείεται πρώτα, κι έπειτα να χωρίζεται στα δυό, απο την οροφή μέχρι τα θεμέλια, ενώ μια υπέρλαμπρη πύρινη φλόγα κατέβαινε απο τον ουρανό μέχρι τον ίδιο. Ο τόπος του φαινόταν τώρα πιά σαν υπαίθριος. Το ουράνιο στερέωμα ήταν ανοικτό και πάνω του καθόταν ο Ιησούς, ενω απειράριθμοι ανθρωπόμορφοι άγγελοι παράστεκαν δίπλα Του. 

Κοιτάζοντας ο Κάρπος προς τα πάνω, έβλεπε όλα αυτά και θαύμαζε. Όταν όμως έσκυψε και προς τα κάτω, είδε, λέει, και το έδαφος σκισμένο σ' ένα απύθμενο και σκοτεινό χάσμα. Είδε κι εκείνους τους ανθρώπους που καταριόταν, να στέκονται μπροστά του, στο άνοιγμα του χάσματος, τρομοκρατημένοι, ελεεινοί, έτοιμοι να γκρεμιστούν απο στιγμή σε στιγμή, γιατί έτρεμαν τα πόδια τους. Κάτω απο το χάσμα έβγαιναν φίδια, που σέρνονταν μέχρι τα πόδια τους, άλλοτε πασχίζοντας να τους παρασύρουν, κουλουριάζοντας τα σώματα και πιέζοντας και τραβώντας τους, και άλλοτε ερεθίζοντας και γαργαλίζοντας με τα δόντια και τις ουρές. 

Με λίγα λόγια, με κάθε τρόπο τα φίδια προσπαθούσαν να τους ρίξουν μέσα στο χάος. Είδε ακόμη ανάμεσα στα φίδια μερικούς αγριανθρώπους, που ορμούσαν μαζί μ' αυτά εναντίον των δύο δυστυχισμένων, ταρακουνώντας και σπρώχνοντας και χτυπώντας τους. Και φαίνονταν έτοιμοι να πέσουν και οι δυό- ζητόντας το απο τη μιά, αλλά αλλάζοντας γνώμη απο την άλλη. Εξαναγκάζονταν σ' αυτό απο το κακό, αλλά και πείθονταν, θαρρείς, σιγά σιγά.

Ο Κάρπος ευχαριστιόταν, καθώς έλεγε, να βλέπει ότι γινόταν κάτω, κι έτσι αδιαφορούσε για τα πάνω. Ανυπομονούσε να πέσουν, και στεναχωριόταν που δεν είχαν πέσει ακόμα! Πολλές φορές μάλιστα προσπάθησε κι αυτός να τους ρίξει, μα δεν τα κατάφερε, και γι' αυτό αγανάκτησε κι άρχισε τις κατάρες. 

Όταν τελικά σήκωσε το βλέμμα ψηλά, είδε πάλι τον ουρανό, όπως ακριβώς τον είχε δεί και πρίν. Είδε και τον Ιησού, γεμάτο έλεος για τα γινόμενα, να κατεβαίνει μέχρι τους δυό ανθρώπους και να τους προσφέρει το πανάγαθο χέρι Του σε βοήθεια. Έτρεξαν και οι άγγελοι να βοηθήσουν.

 Άπλωσε τότε ο Ιησούς το άλλο χέρι Του και είπε στον Κάρπο:
 - Χτύπα εμένα, λοιπόν! Γιατί είμαι έτοιμος να πάθω και πάλι και πολλές φορές ακόμα για τη σωτηρία των ανθρώπων! Και θα το κάνω με χαρά, αν πρόκειται να μην αμαρτήσουν άλλοι. Πρόσεχε όμως, μην τυχόν την παραμονή σου μαζί με το Θεό και τους αγαθούς και φιλανθρώπους αγγέλους την ανταλλάξεις δίκαια με την παραμονή μέσα στο χάσμα, μαζί με τα φίδια!

2.Μνήμη της οπτασίας Κοσμά μοναχού, φοβεράς και ωφελίμου

Το δέκατο τρίτο χρόνο της βασιλείας του Ρωμανού ( 920-944μ.Χ.), ζούσε στη Βασιλεύουσα (Κων/πολη) κάποιος άνδρας, που υπηρετούσε σαν ένας απο τους πιο έμπιστους φύλακες του βασιλικού κοιτώνα του Αλεξάνδρου, προκατόχου του Ρωμανού στο θρόνο. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος προτίμησε τη μοναχική ζωή. Έγινε μοναχός με τ' όνομα Κοσμάς, και αργότερα ηγούμενος του μοναστηριού που βρίσκεται κοντά στο Σάγαρη ποταμό. Κάποτε όμως τον χτύπησε μια πολύ βαριά αρρώστια, που τον ταλαιπωρούσε για πολύ καιρό.

Συμπλήρωνε ήδη πέντε μήνες σ' αυτή τη φοβερή δοκιμασία, όταν μια μέρα, γύρω στην τρίτη ώρα, συνήλθε λίγο, ανασηκώθηκε μαλακά πάνω στο μικρό του κρεβάτι και ανακάθησε, στηριζόμενος απο το ένα μέρος κι απο το άλλο στους αδελφούς που τον διακονούσαν.

Μόλις όμως κάθησε, έπεσε σε έκσταση. Έμεινε σ' αυτή την κατάσταση απο την τρίτη ώρα μέχρι την ενάτη. Τα μάτια του ήταν ανοικτά και στηλωμένα στην οροφή του κελλιού του, ενω το στόμα του σιγοψιθύριζε λόγια άναρθρα και εντελώς ακατανόητα.

Στο μεταξύ, κάποια στιγμή, ξαναήρθε λίγο στον εαυτό του και ζητούσε απο τους παρευρισκομένους αδελφούς δυό κομμάτια ξερό ψωμί.

- Δώστε μου τις δυό φέττες ψωμί, που πήρα από τον άγιο γέροντα, είπε - κι έβαλε τα χέρια στον κόρφο του ψάχνοντας να τις βρεί.

Μερικοί απο τους παρόντες κατάλαβαν πως είδε οπτασία. Τον ικέτευαν λοιπόν να τους φανερώσει το μεγάλο αυτό μυστήριο.

 -Πές μας, πάτερ, του έλεγαν. Μη μας στερήσεις την ωφέλεια. Που ήσουνα τόσες ώρες; Σε ποιά μυστική θεωρία είχες ανυψωσει το νου σου; Είδαμε που μισάνοιγες τα χείλη σου. Με ποιόν συνομιλούσες;

Εκείνος βλέποντας να τον παρακαλούν τόσο σπαρακτικά είπε:

-Σταματήστε, παιδιά μου. Κι αν επιτρέψει ο Κύριος να ξανάρθω στον εαυτό μου, θα εκπληρώσω το αίτημα σας.

Το πρωΐ λοιπόν μαζεύτηκαν όλοι οι αδελφοί κοντά του. Κι εκείνος άρχισε να διηγείται:

 -Πατέρες και αδελφοί, είναι πάνω απο κάθε νου και γλώσσα ανθρώπινη όσα είδα. Γι' αυτό και μου είναι αδύνατο να τα διηγηθώ με λεπτομέρειες. Πλήν όμως, θα σας διηγηθώ όσα μπορέσω να θυμηθώ.

Καθώς ήμουνα καθισμένος στο μικρό μου κρεβάτι, στηριγμένος σε δύο αδελφούς, μου φάνηκε πως είδα στ' αριστερά μου ενα πλήθος παράξενα ανθρωπάκια με μαύρα πρόσωπα. Η μαυρίλα όμως δεν ήταν σ' όλα η ίδια, αλλά σ' άλλα περισσότερη και σ' άλλα λιγότερη. Και σ' άλλα ανθρωπάκια τα μάτια τους ήταν γυρισμένα,  άλλα τα μάτια τους είχαν χρώμα κιτρινόμαυρο, άλλα αιμοστάλαχτο χρώμα, φονικά και θηριώδη. Άλλου πάλι τα χείλη ήταν μελανιασμένα και πρησμένα, άλλου το ένα χείλος ήταν πρησμένο, είτε το πάνω είτε το κάτω.

Αυτά λοιπόν τ' ανθρωπάκια πλησίασαν το κρεβάτι μου και αγωνίζονταν να με πάρουν από κοντά σας. Και στην αρχή μεν, βλέποντας εσάς γύρω μου, ένιωθα να μην τα φοβάμαι πολύ ούτε να χάνω την ψυχραιμία μου μπροστά στην ορμητικότητα τους. Ύστερα όμως, δεν ξέρω πως, χωρίστηκα απο σας, κι έτσι κατόρθωσαν να με συλλάβουν. 

Μ' άρπαξαν θρασύτατα, μ' έδεσαν, κι άρχισαν άλλοι να με σέρνουν μπροστά, άλλοι να με τραβάνε πίσω, ένας να με δένει χειροπόδαρα κι άλλοι να με σφίγγουν δυνατά. Τελικά με πήραν, κι άρχισαν να με σφίγγουν δυνατά. Τελικά με πήραν, κι άρχισαν να με σέρνουν με βιαιότητα σ' ένα αχανή γρεμό, που το πλάτος του δεν ξεπερνούσε μια πετροβολιά, το βάθος του όμως έφτανε μέχρι τα τάρταρα. 

Στη μιά πλευρά του γκρεμού υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό, που μόλις μπορούσε να χωρέσει μια πατημασιά. Σ' αυτό το στενό- στενό μονοπάτι με τραβούσαν με μεγάλη βία, ενω φρόντιζα να γέρνω πάντα προς το δεξιό μέρος, μην τυχόν γλιστρήσω και γκρεμιστώ στο αχανές και απερίγραπτό εκείνο βάραθρο. Καθώς φαίνεται μάλιστα, στο βάθος του κυλούσε ενα ποτάμι, που η ροή του δημιουργούσε μεγάλο βουητό.

Αφού λοιπόν με μεγάλο τρόμο περάσαμε κείνο το στενό δρομάκι, βαδίζοντας θαρρώ προς τ' ανατολικά, βρήκαμε μια μεγάλη πύλη μισάνοιχτη. Μπροστά της καθόταν ενας πελώριος γίγαντας, μαύρος και φοβερός στην όψη. Τα τεράστια μάτια του ηταν γυρισμένα ανάποδα, κατακόκκινα σαν αίμα, και πετούσαν πύρινες φλόγες. 

Απ' τα ρουθούνια του έβγαιναν καπνοί. Η γλώσσα του κρεμμόταν μια πήχη έξω απο το στόμα. Το δεξί του χέρι ήταν εντελώς ψυχρό και ακίνητο. Το αριστερό όμως ήταν χοντρό σαν κολόνα, γυμνό και πολύ μακρύ. Μ' αυτό το χέρι άρπαζε κι' έριχνε μέσα σ' εκείνο το χάος τους καταδικασμένους αμαρτωλούς που έβγαζαν σπαρακτικές κραυγές. 

Καθώς λοιπόν πλησιάσαμε, ο φοβερός αγριάνθρωπος έβγαλε φωνή μεγάλη και είπε σ' εκείνους που μ' έσερναν:

- Αυτός έιναι φίλος μου!

Κι ευθύς άπλωσε το χέρι του και δοκίμασε να με πιάσει. Άρχισα να τρέμω απο φόβο. Μαζεύτηκα και κουλουριάστηκα κάτω, κυριευμένος απο τρομάρα.

Την ίδια στιγμή όμως- λες και κάποιος έστειλε για μένα - παρουσιάστηκαν δυο λευκότριχοι και σεβάσμιοι γέροντες. Νομίζω πως τους αναγνώρισα. Ήταν οι άγιοι απόστολοι Ανδρέας ο Πρωτόκλητος και Ιωάννης ο Θεολόγος, καθώς τους θυμάμαι απο τις ιερές εικόνες τους. Μόλις τους είδε εκείνος ο απαίσιος γίγαντας, έκανε πίσω και κρύφτηκε βιαστικά. Με πήραν τότε καλοσυνάτα οι δυο γέροντες, περάσαμε τη μεγάλη πύλη και μιαν άλλη εσωτερική, και βγήκαμε σ' ένα πεδινό τόπο με πανέμορφα χωριά. 

Τα προσπεράσαμε και προχωρίσαμε μέχρι το τέλος της πεδιάδας. Ήταν εκεί μια κοιλάδα καταπράσινη και πάντερπνη, που την ομορφιά και την χάρη της είναι εντελώς αδύνατο να παραστήσει κανείς με λόγια. Κι εκεί, καταμεσίς, καθόταν ένας γέροντας, χαριτωμένος και σεβάσμιος, έχοντας γύρω του παιδιά πλήθος, σαν την άμμο της θάλασσας.

Ε τότε ένιωσα να μου φεύγει ο φόβος, και, κάπως ήρεμος πιά, ρώτησα τους δυό οδηγούς μου:

- Ποιός να 'ναι ο γέροντας; Και τι είν' αυτό το αναρίθμητο πλήθος που τον κυκλώνει;

- Ο Αβραάμ είναι, μου είπαν. Κι αυτό που βλέπεις είναι ο κόλπος του Αβραάμ, για τον οποίο έχεις ακούσει.

Κι ευθύς με την προτροπή τους, πήγα και τον προσκύνησα ευλαβικά.

Αμέσως μετά συνεχίσαμε την πορεία μας. Περάσαμε την κοιλάδα και βγήκαμε σ' έναν απέραντο ελειώνα. Θαρρώ πως πιό πολλά ήταν τα δέντρα του ελαιώνα εκείνου απο τ' άστρα τ' ουρανού. Κάτω απο κάθε ελλιά ήταν μια σκηνή. Σε κάθε σκηνή υπήρχε μια κλίνη, και σε κάθε κλίνη ένας άνθρωπος. Σ' εκείνες τις σκηνές αναγνώρισα πολλούς που ήξερα πως ζούσαν στα βασιλικά παλάτια, άλλους που κατοικούσαν στην πόλη ( Κων/ πολη), μερικούς αγρότες, καθώς και ορισμένους απο το μοναστήρι μας. Όλοι αυτοί που αναγνώρισα, είχαν ήδη πεθάνει.

Ενώ λοιπόν σκεφτόμουν να ρωτήσω τους δυο γέροντες συνοδούς μου ποιός ήταν εκείνος ο απέραντος και τόσο θαυμάσιος ελαιώνας, με πρόλαβαν εκείνοι και είπαν:

- Τι απορείς για το ποιός είναι τούτος ο μεγάλος και πανέμορφος ελαιώνας κι όλα όσα βλέπεις μέσα σ' αυτόν; Είν' εκείνα που ακούς να λένε οι Πατέρες και η Γραφή: " Πολλές κατοικίες υπάρχουν στα ουράνια σκηνώματα Σου, Σωτήρα μας, όπου κατανέμονται όλοι οι ανθρώποι ανάλογα με την αξία τους και σύμφωνα με τα μέτρα της αρετής τους" ( Iω 14:2)

Μετά τον ελαιώνα εκείνο ήταν μια πόλη, που την ομορφιά της και την ποικιλία της και την αρμονική της κατασκευή  του τείχους της είναι αδύνατο να περιγράψω. Δώδεκα ζωνάρια, απο δώδεκα πολύτιμους λίθους, έζωναν όλο το τείχος γύρω-γύρω. Κάθε ζωνάρι ήταν φτιαγμένο απο ένα είδος πολύτιμων λίθων και σχημάτιζε ξεχωριστό κύκλο. Τ

ι να πω και για τις άλλες ομορφιές της πολιτείας εκείνης;  Ήταν επίπεδη, ευρύχωρη, αρμονικά οικοδομημένη σε κάθε της λεπτομέρεια. Το τείχος καταστόλιζαν πύλες πλουμισμένες με χρυσάφι και ασήμι, που, μόλις άνοιγαν, αποκάλυπταν δάπεδο χρυσό. Ακολουθούσαν κατοικίες χρυσές και καθίσματα χρυσά και τραπέζια χρυσά. Κι η πολιτεία ολάκερη λουσμένη σε φως αλάλητο και σ' ευωδία άρρητη, σε γέμιζε χαρά. 

Όσο τριγυρνούσαμε στην πόλη πουθενά δεν είδαμε άνθρωπο ή ζώο ή πουλί ή άλλο γήϊνο πλάσμα. Μόνο σαν φτάσαμε στην άκρη της, αντικρύσαμε θαυμαστά ανάκτορα, που στην είσοδο τους υπήρχε ένας θάλαμος μακρύς, όσο η βολή μιας πέτρας. Απο τη μια μεριά μέχρι την άλλη ήταν στρωμένη τράπεζα, απο μάρμαρο ρωμαϊκό κατασκευασμένη και ψηλή τόσο, όσο χρειάζεται για να κάθεται και ν' ακουμπάει ένας άνθρωπος. Κι η τράπεζα εκείνη ήταν γεμάτη απο συμποσιαστές. Φώς υπέρλαμπρο κι ευωδία και χάρη γέμιζαν όλο τον χώρο. Ο θάλαμος κατέληγε σε μικρό ελικοειδή διάδρομο, που έβγαζε σ' ενα ωραίο λιακωτό, ακριβώς απέναντι στην τράπεζα.

Απο εκεί φάνηκαν δυο φωτόμορφοι ευνούχοι, υπέλαμπροι και αστραποβόλοι στην όψη (προφανώς ήταν άγγελοι). Στράφηκαν στους γέροντες που με βάσταζαν:

- Ας καθήσει κι αυτός στην τράπεζα, είπαν. Και την ίδια στιγμή έδειξαν μια θέση, όπου με οδήγησαν οι γέροντες να καθήσω. Έπειτα κάθησαν κι αυτοί σ' ένα άλλο μέρος του θαλάμου, ενω οι ευνούχοι σα ν' αποσύρθηκαν στο βάθος του σπιτιού, προς τη μεριά του λιακωτού. Όσο έλειπαν, έπιασα να παρατηρώ με προσοχή ότι γινόταν στην τράπεζα εκείνη. Ανάμεσα στους ομοτράπεζους αναγνώρισα πολλούς γνωστούς μου, τόσο απο την τάξη των κοσμικών όσο και απο το μοναστήρι μας. Ξεχώρισα και μερικούς απ' τους παλατιανούς. 

Μετά απο πολλές ώρες οι ευνούχοι φάνηκαν πάλι και φώναξαν τους γέροντες.

- Αυτόν εδω να τον γυρίσετε πίσω, γιατί πολύ θλίβονται για το θάνατο του τα πνευματικά του παιδιά. Ο βασιλιάς Κύριος, συγκινημένος απο την οδύνη τους, αποφάσισε να παρατείνει τη μοναχική του ζωή. Γυρίστε τον πίσω λοιπόν απο άλλο δρόμο, και πάρετε, αντί γι' αυτόν, το μοναχό Αθανάσιο, απο το μοναστήρι του Τραϊανού.

Με πήραν οι γέροντες. Βγήκαμε γρήγορα απο το θάλαμο κι' απ' την πόλη, ακολουθώντας άλλο δρόμο. Καθώς προχωρούσαμε, συναντήσαμε τώρα εφτά λίμνες, για ισάριθμες κολάσεις και τιμωρίες. Άλλη ήταν κατασκότεινη, άλλη γεμάτη σκουλήκια και άλλη βασανιστήρια και τιμωρίες. Σ' όλες όμως στριμώχνονταν πλήθος αναρίθμητων ανθρώπων, που θρηνούσαν, ζητώντας έλεος, και κραύγαζαν γοερά.

Αφού περάσαμε εκείνες τις λίμνες κι έναν άλλο μικρό τόπο, συναντήσαμε πάλι τον γέροντα, που έλεγαν πως είναι ο Αβραάμ. Τον πλησίασα κι αυτή τη φορά και τον ασπάστηκα. Κι εκείνος μου πρόσφερε ενα χρυσό ποτήρι γεμάτο κρασί γλυκό, γλυκύτερο κι απο το μέλι, και τρία κομμάτια ξερό ψωμί. Απ' αυτά το ένα το έβρεξα μέσα στο κρασί, και σα μου φάνηκε πως το έφαγα. Τ' άλλα δυό τα έκρυψα μέσα στον κόρφο μου. Είναι αυτά που σας ζητούσα χθές.

Μετά απο λίγο φτάσαμε πάλι στον τόπο, όπου καθόταν εκείνος ο πανάσχημος γίγαντας,με τη μαύρη σαν τη νύχτα όψη. Μόλις με είδε, άρχισε να τρίζει τρομερά τα δόντια του εναντίον μου, και να λέει με οργή και κακία:

- Τώρα μου γλίτωσες! Αλλ' απο δω και πέρα δε θα πάψω να πλέκω σκάνδαλα και να στήνω παγίδες σε σένα και στο μοναστήρι σου!

Αυτά είναι αδελφοί μου, όλα όσα ξέρω. Σας τα είπα. Πως όμως ξαναβρήκα τον εαυτό μου, αυτό το αγνοώ εντελώς.

Αμέσως οι πατέρες έστειλαν έναν αδελφό στο μοναστήρι του Τραϊανού. Κι εκείνος, μόλις έφτασε, βρίσκει τον μοναχό Αθανάσιο νεκρό, να τον βγάζουν απο το κελλί του ξαπλωμένο πάνω στο νεκροκρέβατο. Ο αδελφός ρώτησε να μάθει πότε ξεψύχησε.

- Χθές, γύρω στην ενάτη ώρα, του είπαν.

Ήταν η ώρα που ο μοναχός Κοσμάς, έχοντας δει την οπτασία, ήρθε πάλι στον εαυτό του.

Μετά απο λίγο καιρό, τα δυό μοναστήρια συγχωνεύτηκαν σε ένα, σαν κοντινά που ήταν. Και μέχρι σήμερα ( 12 αιώνας, τότε που έζησε ο συγκραφέας της διηγήσεως Μαυρίκιος, Διάκονος) ένας ηγούμενος τα καθοδηγεί.

Ο μοναχός Κοσμάς έζησε τριάντα ακόμα χρόνια μετά την οπτασία, καθοδηγώντας και τα δυό μοναστήρια στη θεάρεστη πολιτεία των μοναχών όσο και, γενικά, στη διοίκηση και τα εισοδήματα τους, πρός δόξαν του φιλάνθρωπου Θεού μας. Αμήν.

3.Μνήμη της αθλήσεως κάποιου μοναχού και μάρτυρα, και μια ωφέλιμη διήγηση γι' αυτόν

Κάποιος μοναχός ζούσε σε μια σκήτη (συνοικία μοναχών) της Αιγύπτου, και για αρκετά χρόνια έκανε υπακοή σε γέροντα. Απο φθόνο όμως του μισόκαλου δαίμονα, αθέτησε την υπακοή του κι έφυγε απο την καθοδήγηση του γέροντα, χωρίς εύλογη και βλαπτική για την ψυχή του αιτία. Καταφρόνησε μάλιστα και το επιτίμιο, με το οποίο τον κανόνισε ο γέροντας για την αθέτηση της  υπακοής. 

Έφυγε λοιπόν και κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια. Αλλά εκεί τον έπιασε ο ειδωλολάτρης άρχοντας ( η περίοδος πιθανός να έιναι ο διωγμός των χριστιανών στην Αλεξάνδρεια επι  Μαξιμιανού ανάμεσα στο 308- 311 οπου μαρτύρισαν πολλοί μοναχοί), του έβγαλε το μοναχικό σχήμα και τον πίεζε να θυσιάσει στα είδωλα. Καθώς όμως με κανένα τρόπο δεν τον έπειθε να το κάνει, πρόσταξε πρώτα να τον δείρουν αλύπητα με βούρδουλα, κι έπειτα να τον αποκεφαλίσουν με ξίφος. Έτσι και έγινε. Αρπάξαν το μοναχό οι παριστάμενοι ειδωλολάτρες, του έκοψαν το κεφάλι και πέταξαν το σώμα του έξω απο την πόλη για να το φάνε τα σκυλιά. 
Μερικοί όμως ευσεβείς χριστιανοί ήρθαν τη νύχτα και το σήκωσαν. Το άλειψαν με μύρα, το τύλιξαν με σεντόνια και το έβαλαν μέσα σε μιά λάρνακα ( πέτρινος τάφος). Ύστερα το τοποθέτησαν στο άγιο βήμα ενός ναού της πολιτείας, για να τιμάται σαν μαρτυρικό λείψανο. 

Κάθε φορά όμως που γινόταν Θεία Λειτουργία και ο διάκονος εκφωνούσε το "Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε ", έβλεπαν όλοι τη λάρνακα να βγαίνει μόνη της έξω απο το ιερό! Χωρίς να την αγγίζει ανθρώπινο χέρι, έφτανε μέχρι το νάρθηκα της εκκλησίας κι έμενε εκεί μέχρι την απόληση. Έπειτα γυρνούσε πάλι μόνη της πίσω στο ιερό!

Όλοι έμεναν εκστατικοί μ' αυτό που γινόταν. 

Το πληροφορήθηκε κι ένας απο τους διακριτικούς πατέρες, και παρακάλεσε τον Θεό να του δώση εξήγηση. Δεν άργησε να του φανερωθεί  η αιτία του θαύματος. Άγγελος  παρουσιάστηκε μπροστά του και του λέει:
- Γιατί θαυμάζεις και απορείς γι' αυτό που συμβαίνει; 

Δεν έλαβαν οι απόστολοι του Χριστού, καθώς γνωρίζεις, εξουσία " του δεσμείν και λύειν"; Κι απο κείνους πάλι οι διαδόχοι τους, κ.ο.κ; Αυτόν λοιπόν τον αδελφό, που αξιώθηκε να χύσει το αίμα του για το Χριστό, και όμως δεν του επιτρέπεται να βρίσκεται μέσα στο ιερό βήμα όσο τελείται η αναίμακτη θυσία, μάθε πως άγγελος τον διώχνει μέχρι το νάρθηκα. 

Γιατί, ενώ ήταν υποτακτικός του τάδε συνασκητή σου, αθέτησε την υπακοή. Κι όταν ο γέροντας του εύλογα τον επιτίμησε με κανόνα, εκείνος τον άφησε κι έφυγε δεμένος με το επιτίμια. Και, σα μάρτυρας μεν, έλαβε το μαρτυρικό στεφάνι. Σα δεμένος όμως από το επιτίμιο από το γέροντα του, δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στο ιερό, όταν τελείται η θεία λειτουργία. Εκτός κι αν του λύσει τον κανόνα ο γέροντας που τον έδεσε.

Σαν τα 'μαθε αυτά ο άγιος εκείνος ασκητής, πήρε το ραβδί του, πήγε στο γέροντα και του διηγήθηκε τα πάντα. Έπειτα τον πήρε και κατέβηκαν μαζί στην Αλεξάνδρεια. Πήγαν στο ναό, όπου βρισκόταν το μαρτυρικό λείψανο. Άνοιξαν τη θήκη που περιείχε το σώμα του μάρτυρα , και του έδωσαν κι οι δυό συγχώρηση. Έπειτα αφού τον ασπάστηκαν, στάθηκαν σε προσευχή δοξολογώντας το Θεό.              Απο τότε, όταν γινόταν Θεία Λειτουργία, παρέμενε ο μάρτυρας μοναχός ασάλευτος στη θέση του, μέσα στο άγιο βήμα. Εκεί παραμένει μέχρι σήμερα (12 ος αιώνας). 


4.Τη 17 η του Νοεμβρίου Μνήμη Οσίων Ζαχαρίου του σκητοτόμου και Ιωάννου και διήγησης ωφέλιμη.

Κάποιος άνθρωπος με υψηλή κοινωνική θέση, που λεγόταν Ιωάννης, αφού τα περιφρόνησε όλα και ζούσε φτωχικά, αγωνίστηκε κι έγινε μέτοχος των αρετών, αγρυπνώντας με προσευχές και προσέχοντας να μη χάσει οτι κατόρθωνε ( απέφευγε τον ανθρώπινον έπαινο). Ανάμεσα στ' άλλα, δεν παρέλειπε ν' αγρυπνεί ολονυχτίς στους ναούς του Κυρίου. 

Μιά νύχτα λοιπόν πήγε στην εκκλησία της Σοφίας του Θεού Λόγου, στην Κωνσταντινούπολη. Μα βρήκε κλειστές τις θύρες και, καθώς ήταν κουρασμένος, κάθησε σ' ένα παγκάκι, εκεί κοντά, διαβάζοντας χαμηλόφωνα την πρέπουσα ακολουθία. 
Καθώς διάβαζε όμως, βλέπει να πλησιάζει απ' έξω μια φωτεινή λάμψη. Κοίταξε προσεκτικά, και είδε έναν άνθρωπο σεμνό ν' ακολουθεί εκείνο το φώς.  Μπροστά στο θέαμα ο Ιωάννης σκίρτησε από χαρά. Μαζεύτηκε πιό πολύ στη γωνιά του, θέλοντας να δει τι θα γινόταν με τον άνθρωπο που ερχόταν.

Εκείνος λοιπόν, ενώ το φώς προχωρούσε, έφτασε μπροστά στις κλειστές πύλες και γονάτισε πάνω στο κατώφλι. Προσευχήθηκε πολύ με τα χέρια σηκωμένα ψηλά. Ύστερα σχημάτισε το σημείο του σταυρού στις πύλες, και πέρασε αμέσως ελεύθερα μέσα μαζί με το φώς!

Έπεσε και πάλι χάμω, στο σημείο όπου ήταν ζωγραφισμένη ψηλά η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σηκώθηκε. Άνοιξε με τον ίδιο τρόπο κι αυτές τις πύλες.  Προχώρησε στο νάρθηκα. Μπροστά στις αργυρές πύλες προσευχήθηκε, καθώς φάνηκε στον Ιωάννη, γι' αρκετή ώρα. Τον βλέπει να τις ανοίγει και τούτες με το σημείο του σταυρού και , λουσμένο ολόκληρο στο φώς, να μπαίνει στον ιερό ναό, να στέκεται καταμεσίς, να σηκώνει ψηλά τα χέρια και να ζητάει το έλεος του Κυρίου. Κι όταν τελείωσε τις προσευχές του στο Θεό, γύρισε πάλι πίσω, ως το τελευταίο προαύλιο του ναού, ενώ οι πύλες κλείστηκαν με θεία επέμβαση. 

Στεκόταν λοιπόν ο ευλαβέστατος Ιωάννης και παρακολουθούσε προσεκτικά για να δει, καθώς ο ίδιος έλεγε αργότερα, που θα πήγαινε ο άνθρωπος που βγήκε απο τον ναό. Πήρε ίσια το δρόμο. Δεν το βάζει κάτω ο αβραμιαίος Ιωάννης: Τον παίρνει απο πίσω, καθώς ο ίδιος έλεγε αργότερα, που θα πήγαινε ο άνθρωπος που βγήκε απο το ναό. 

 Ο άγνωστος έστριψε λίγο και πήρε τον κατήφορο, που οδηγούσε στην κλίμακα (σκάλα) του αγίου μάρτυρα Ιουλιανού. Στάθηκε μπροστά σ' ένα πολύ μικρό σπιτάκι και χτύπησε με το χέρι του την πόρτα.
- Μαρία, είπε, καλώντας με σιγανή φωνή τη γυναίκα που ήταν μέσα.  

Μπήκε, και το φώς που τον έλουζε σ' όλο το δρόμο αμέσως εξαφανίστηκε. Το σκοτάδι της νύχτας κάλυψε και τους δυό, Αλλά η γυναίκα έφερε ένα αναμμένο λυχνάρι στον άντρα της. Κι εκείνος, χωρίς να ξεκουράσει το σώμα του, στρώθηκε στη δουλειά - ήταν παπουτσής και ράφτης δερμάτων. 

Τότε πιά ο Ιωάννης παραμέρισε την ντροπή, όρμησε μέσα στο σπιτάκι, κι έπεσε στα πόδια του αγνώστου ανθρώπου, βρέχοντας τα με τα δάκρυα του:
- Μη μου κρύψεις, έλεγε, ποιός είσαι και ποιά είναι η μεγάλη πνευματική εργασία σου απέναντι στο Θεό, που με τη δύναμη Του έκανες όσα εξαίσια θαύματα είδα. 

Ο άλλος όμως, ταπεινός καθώς ήταν έλεγε:

- Συγχώρα με, γέροντα, για τον Κύριο. Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι και κανένα καλό δεν έχω πάνω μου. Ποιός θέλεις να' μαι, παρά ένας τιποτένιος ; Κι απο πού έχω μάθει να παραδειγματίζω τους άλλους και να τους κάνω το δάσκαλο, αφού είμαι πάμφτωχος και κάνω ένα ταπεινό επάγγελμα; Πλανήθηκες, άνθρωπε μου. Πλανήθηκες. Μάλλον φαντασία ήταν αυτό που λές πως είδες, κι όχι πραγματικότητα. 

Τότε ο γέρο- Ιωάννης άρχισε να χύνει δάκρυα πάνω στα δάκρυα, και δεν έπαυε να τον ορκίζει στο Θεό για να του φανερώσει τη μεγάλη του αρετή:
- Αν αυτό, έλεγε δεν ήταν έργο της θείας πρόνοιας, για να φανερωθεί η πολιτεία σου, ασφαλώς δε θ' αξιωνόμουν εγώ, ο ελεεινός, να δώ με τα μάτια μου τέτοια μυστήρια! Ο άλλος τότε φάνηκε να στεναχωρέθηκε από τους όρκους. Σηκώθηκε λοιπόν απο τη θέση του, έβαλε μετάνοια στο γέρο- Ιωάννη, κι άρχισε μετά να διηγείται:

- Συγχώρεσε με, αδελφέ μου. Κανένα άλλο κατόρθωμα δεν έχω κάνει, μα την αλήθεια, πάνω στη γή, εκτός απ' το να κυλιέμαι στις αμαρτίες μου και να πολυδίνω σημασία στη σάρκα μου. Αλλά κάποτε η αγαθότητα του Θεού έσπειρε μέσα μου το φόβο της κολάσεως. Κι ενώ παντρεύτηκα αυτήν εδώ την αδελφή, που βλέπεις, δε μόλυνα την αρχική καθαρότητα του σώματος. Συμφωνήσαμε κι οι δυό να ζήσουμε ζωή αγνή, κρύβοντας το όμως απ' τους γνωστούς μας λέγοντας πως η γυναίκα είναι στείρα. 

Και μέχρι τώρα, για την αγάπη του Πλάστη μας, μένουμε καθαροί απο την σαρκική μίξη. Αλλά επειδή με όρκισες, θα προσθέσω και τούτο: Όλα μου τα χρήματα δεν ξεπερνάνε, με την αλήθεια το ένα τριμήσιο (  πολύ χαμηλής αξίας νόμισμα, τριάντα φορές πιο μικρή απο το δηνάριο). Μ' αυτό αγοράζω δέρματα και κοπιάζω στη δουλειά. Κι ότι κερδίζω, το μοιράζω στα δύο. Το πρώτο και καλύτερο το αφιερώνω στο Χριστό. Το άλλο το κρατάω για τις ανάγκες μας. Έτσι ζω πάντα. Κι έχω στο νου μου καθημερινά τον Κριτή και τις επιθέσεις, που θα μου κάνουν οι φορολόγοι δαίμονες. 

Εδώ σταμάτησε τον λόγο του ο Ζαχαρίας - αυτό ήταν το όνομα του.( προφανός δεν χρειαζόταν να προσθέση και την νυκτερινή προσευχή που τελούσε κάθε βράδυ παρακαλώντας το έλεος του Θεού, αφού αυτό το είδε με τα μάτια του ο Ιωάννης) Έπεσαν τότε ο ένας στα πόδια του άλλου και καταφιλήθηκαν. Και ο μεν Ιωάννης βγήκε γαληνεμένος έξω και πήρε το δρόμο για το σπίτι, όπου έμενε, ευχαριστώντας το Θεό για τα μεγαλεία που τον αξίωσε να δεί. Ενώ ο αξιοθαύμαστος εκείνος παπουτσής, ο γνήσια ταπεινός, αποφεύγοντας το δόλωμα της ανθρώπινης δόξας, άφησε το σπιτάκι του κι έγινε άφαντος, μένοντας εντελώς άγνωστος σε όλους.

5.Διήγησις οπτασίας κάποιου Ιωάννη, πολύ ωφέλιμη

Στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου ζούσε κάποιος Ιωάννης, γνωστός και στο βασιλιά απο την τέχνη που εξασκούσε. Αυτός περνούσε τη ζωή του μέσα στην αμαρτία, χωρίς να συλλογιστεί ποτέ του την κόλαση. Αλλά ο Κύριος, που όλα τα οικονομεί καλά για το καλό μας, πραγματοποίησε τη διόρθωση του με μιάν οπτασία. 

Συνέβηκε λοιπόν κάποτε να δεί στ' όνειρο του, οτι πρόσφερε στο βασιλιά ενα έργο τέχνης του. Και μετά άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους και να χαίρονται κι οι δυό.

Έπειτα όμως, στα καλά καθούμενα, ξεγύμνωσε ο βασιλιάς το σπαθί, άρπαξε τα μαλλιά του Ιωάννη σε μια δέσμη και προσπάθούσε να του τα κόψει χωρίς λύπηση. Ο Ιωάννης λύγιζε συνεχώς τον αυχένα νομίζοντας πως ο βασιλιάς έπαιζε μαζί του. Εκείνος όμως του είπε σοβαρά-σοβαρά: "Όταν το ξίφος θα 'χει κόψει όλες τις τρίχες, τότε στο αίμα σου θα λουστεί ο τράχηλος σου". Και μ' αυτά τα λόγια το ξίφος κατέβηκε και του φάνηκε πως του έκοψε το λαιμό! 

Προχωρώντας το ξίφος έφτασε κοντά στο στήθος του. Τότε ο Ιωάννης γεμάτος αγωνία , καλούσε σε βοήθεια προς όλες τις μεριές. Απο το φόβο και την τρομάρα, που πήρε, κι απο το φρικτό εκείνο αγώνα, ξύπνησε έκπληκτος και ταραγμένος. Έκανε το σταυρό του και είπε:

 - Σ' ευχαριστώ, όνειρο, που το φοβερό αυτό αγώνα τον έκανες φανταστικά μονάχα. Μα και πάλι έμεινε ίδιος και αδιόρθωτος. ( Δεν ήθελε να συλλογιστή τι γίνεται Μετά Τον Θάνατο) Νά όμως, που, μετά απο κάμποσο καιρό, αρρώστησε βαριά. Και πάνω στην αρρώστια του, ζητούσε τη βοήθεια του Θεού.

Τότε πάλι βλέπει - όχι στ' όνειρο του τώρα, αλλά πέφτοντας σε έκσταση- οτι στεκόταν στο βήμα γραφειακό η μάλλον δικαστικό. Σ' αυτό το βήμα, πάνω σε θρόνο, έβλεπε να κάθεται ένας φοβερότατος βασιλιάς, ντυμένος στολή αρχιερατική και βασιλική μαζί. Δεξιά κι αριστερά του κάθονταν κάποιοι σεβάσμιοι άνδρες, ενω ο ίδιος στεκόταν χαμηλότερα και τους κοίταζε. Στα δεξιά του βασιλια ήταν κάποιοι ωραίοι ευνούχοι. 

Και στ' αριστερά του κάποιος άλλος, πιο ταπεινός και καταδεκτικός. Πίσω απ' το βασιλιά ήταν ένα βάραθρο βαθύ και σκοτεινό τόσο, που, και να το έβλεπες μόνο, σε κυρίευε μεγάλος φόβος.

Ενώ λοιπόν ο Ιωάννης στεκόταν εκεί έντρομος, του λέει ο βασιλιάς:
- Άραγε ξέρεις, παλληκάρι μου, ποιός είμ' εγώ;- Ξέρω, Δέσποτα, αποκρίθηκε ο Ιωάννης. Είσαι ο Υιός του Θεού και Θεός, που σαρκώθηκε για μας, καθώς οι θείες Γραφές μας αναφέρουν.

- Αφού απο τις Γραφές, καθώς λές, με γνωρίζεις, ασφαλώς γνωρίζεις κι αυτούς που κάθονται εδώ, μαζί μου. Πώς όμως ξέχασες την απειλή εκείνη του βασιλιά Κωνσταντίνου( το όνειρο που είχε δει πιο πρίν); Η μήπως δεν ξέρεις για ποιό πράγμα σου μιλω;

  - Ξέρω, Δέσποτα. Αφού κάτι από το φόβο, που δοκίμασα τότε, έχει μείνει ακόμη μέσα μου. 

- Αν νιώθεις ακόμα μέσα σου το φόβο εκείνο, τότε γιατί επιμένεις στα ολέθρια για σένα; Μάθε λοιπόν τώρα στην πράξη πως έκανες λάθος. Δεν ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, που σ' έκανε να δοκιμάσεις εκείνο το φοβερό βασανιστήριο. Εγώ ήμουν και τότε. 

Αυτά είπε ο Βασιλιάς. Κι αμέσως, μ' ένα νεύμα, πρόσταξε τους παρευρισκομένους να πετάξουν τον Ιωάννη στο βάραθρο, που ήταν πίσω.

Εκείνος, καθώς τον έσερναν χωρίς έλεος, έκλαιγε γοερά και ζητούσε τη βοήθεια της Θεοτόκου.  Ξαφνικά του φάνηκε πως την είδε κι εκείνη, κάπου εκεί ανάμεσα, και μετά άκουσε τη φωνή του βασιλιά να λέει:
 - Αφήστε τον να φύγει, για χάρη της Μητέρας μου, που με παρακάλεσε!

Στο σημείο αυτό η οπτασία εξαφανίστηκε.

Κατατρομαγμένος ο Ιωάννης, αφού μάζεψε το μυαλό του, έτρεξε σ' ένα ευλαβή μοναχό και του διηγήθηκε το παράδοξο όραμα που είδε. Και ο μοναχός του είπε:

 - Δόξασε το Θεό, παιδί μου, που σ' αξίωσε να πάρεις ένα τέτοιο δίδαγμα. Ξύπνα λοιπόν, αδελφέ μου, μην πάθεις κι εσύ όμοια με αυτά που θα σου διηγηθώ. Γιατί παρόμοια με τη δική σου οπτασία είδε κι ένας άλλος. 

Είδε κάποιον Γεώργιο, που ήταν πρώτος απο τους προϊστάμενους του βασιλιά, να είναι δέσμιος και να οδηγείται με τη βία σε ένα φοβερό χάσμα, όπου έμελλε να ριχτεί. Κάποιος τότε παρουσιάστηκε εκεί, και με παρρησία εμπόδισε εκείνους που τον έσερναν προς το χάσμα, να τον ρίξουν μέσα. Τους παρακάλεσε μάλιστα να τον αφήσουν ελεύθερο μέχρι είκοσι μέρες, και τους έδινε εγγύηση πως θα διορθωθεί. 

Εκείνοι με την εγγύηση αυτή, ελευθέρωσαν τον Γεώργιο. Μόλις είδε αυτό το όραμα εκείνος ο άνθρωπος και κατάλαβε τη σημασία του, έτρεξε και φανέρωσε στο Γεώργιο, που ήταν φίλος του. Εκείνος άκουσε τα καθέκαστα, μα τα θεώρησε ανοησίες, κι έμεινε ο ίδιος κι αδιόρθωτος. Πέρασαν οι είσκοσι μέρες και - αλίμονο !! - ο Γεώργιος έφυγε ξαφνικά από αυτή τη ζωή, πηγαίνοντας πραγματικά, και οριστικά τώρα, να πληρώσει το χρέος, σύμφωνα με τη δοσμένη υπόσχεση.   

Αυτά διηγήθηκε ο μοναχός, συμπληρώνοντας όσα του είπε ο Ιωάννης. Κι εκείνος, ακούγοντας τα κι έχοντας ακόμα ζωντανά στο νου του όσα έιδε, εξομολογήθηκε χωρίς ντροπή όλα του τα αμαρτήματα κι άλλαξε τη ζωή του προς το καλύτερο. Έζησε θεάρεστα πολλά χρόνια ακόμα. Κι όταν κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο, πήγε στις μονές του Κυρίου.

6.Μνήμη του Οσίου πατρός Νικολάου, διήγησης ωφέλιμη όταν ήταν στρατιώτης.

Ο Όσιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου (802- 811) και ήταν στρατιώτης. Όταν λοιπόν ο βασιλιάς ξεκίνησε να πολεμήσει του Βούλγαρους, ακολούθησε κι εκείνος το στράτευμα.

Διαβαίνοντας απο ενα τόπο, τον βρήκε η νύχτα. Πήγε να κοιμηθεί σ' ένα πανδοχείο. Αφού δείπνησε μαζί με τον πανδοχέα, αποσύρθηκε. Προσευχήθηκε και πλάγιασε να κοιμηθεί. Γύρω στην δεύτερη με τρίτη φυλακή της νύχτας (μέτρο υπολογισμού της ώρας·τρίτη βάρδια φύλαξης για τους στρατιώτες), η κόρη του πανδοχέα, αιχμαλωτισμένη απο σατανικό έρωτα για το Νικόλαο, πήγε και ξύπνησε τον δίκαιο, παρακινώντας τον σε σαρκική ένωση μαζί της.

Αλλά ο Άγιος της λέει:

 - Συγκράτησε, γυναίκα, το σατανικό και άνομο έρωτα σου! Μη θελήσεις και την παρθενία σου να μολύνεις κι εμένα τον ταλαίπωρο να ρίξεις στα βάθη του άδη. Η κόρη έφυγε προσωρινά, αλλά μετά απο λίγο ήρθε κι ενοχλούσε πάλι τον άγιο. Εκείνος τη μάλωσε τώρα αυστηρά πρίν τη διώξει. 

Απομακρύνθηκε ξανά η νέα. Μεθυσμένη όμως, καθώς ήταν, απο τον έρωτα, δεν άργησε να επιστρέψει κοντά του. Της λέει τότε ο άγιος:

 - Ταλαίπωρη! Αδιάντροπη! Αναιδέστατη! Δε βλέπης που σε χορεύουν οι δαίμονες, για να καταστρέψουν την παρθενία σου και να ρίξουν την ψυχή σου στην κόλαση, αφού πρώτα σε γελοιοποιήσουν και σε εξεφτελίσουν στους συγγενείς σου και σ' όλο τον κόσμο; Δε βλέπεις οτι κι εγώ, ο τιποτένιος, πορεύομαι, με το Θεό βοηθό, σε έθνη βάρβαρα, σε πολέμους κι αιματοχυσίες; Πώς λοιπόν να μολύνω τη σάρκα μου, πηγαινοντας σε πόλεμο; Αυτά και άλλα παρόμοια της είπε και την έδιωξε. Ύστερα σηκώθηκε, προσευχήθηκε και αναχώρησε. 

Τη νύχτα όμως, όταν κοιμήθηκε, είδε σε όνειρο πως στεκοταν σ' έναν ωραίο τόπο. Κοντά του καθόταν κάποιος δυνάστης, με το δεξί του πόδι βαλμένο πάνω στ' αριστερό, που στράφηκε και του είπε:
- Βλέπεις τα στρατεύματα και των δυό παρατάξεων; 

 - Ναί, Κύριε, αποκρίθηκε ο Νικόλαος. Βλέπω τους Ρωμαίους ( Ρωμαίοι και Ρωμιοί ονομάζονταν όλοι οι πολίτες της χριστιανικής οικουμένης, της Ρωμανίας· εδώ αναφέρη τους Βυζαντινούς) να μακελλεύουν τους Βούλγαρους. Τότε ο δυνάστης εκείνος λέει στον άγιο:

- Κοίταξε με! Στράφηκε και τον κοίταξε. Είδε τότε ν' αλλάζει την θέση των ποδιών του. Κατέβασε στη γή το δεξί και πάνω σ' αυτό έβαλε τ' αριστερό. Σαν έγινε αυτό, ο άγιος έστρεψε πάλι το βλέμμα του στο πεδίο της μάχης. Και τι να δεί! Οι εχθροί πετσόκοβαν αλύπητα τους Ρωμαίους. Μόλις σταμήτησε η σφαγή, ο δυνάστης λέει στον στρατιώτη:

- Παρατήρησε προσεκτικά τον τόπο της σφαγής και πες μου τι βλέπεις.Ο άγιος κοίταξε με προσοχή, και είδε όλον τον τόπο όσο έπιανε το μάτι του, γεμάτο νεκρά σώματα. Ανάμεσα τους όμως ήταν ένα καθαρό κομμάτι γής, όσο ένα κρεβάτι, καλυμμένο με καταπράσινο χορτάρι.

- ΄Κύριε, λέει στο δυνάστη, όλος ο τόπος είναι γεμάτος με τα πτώματα των Ρωμαίων, εκτός απο ένα τμήμα γής, όσο ένα κρεβάτι.

 - Και τι νομίζει πως είν' αυτό;

 - Άμαθος είμαι, Κύριε, και δεν ξέρω.

 - Δικό σου είν' αυτό το πράσινο κομμάτι γής, που βλέπεις να' χει μάκρος μιάς κλίνης. Ήταν να σφαχτείς κι εσυ μαζί με τους συμπολεμιστές σου και να πέσεις εκεί, πιάνοντας τον τόπο που βλέπεις άδειο. Επειδή όμως την περασμένη νύχτα αποδίωξες με σύνεση το τρίσδολο φίδι, που τρείς φορές σου ρίχτηκε για να σε θανατώσει, να, έσωσες έτσι ο ίδιος τον εαυτό σου απ' αυτή τη σφαγή. Φυλάγοντας την κλίνη σου αμίαντη, έσωσες και την ψυχή και τη ζωή σου. Λοιπόν, ούτε ο θάνατος ψυχικός θα σε βρεί ποτέ, αν με υπηρετήσεις γνήσια.

Ο Νικόλαος ξύπνησε γεμάτος έκπληξη και τρόμο γι' αυτά που είδε στον ύπνο του. Σηκώθηκε και ρίχτηκε στην προσευχή. Έπειτα άφησε τον υπόλοιπο στρατό και γύρισε πίσω. Αφού περπάτησε μιάς μέρας δρόμο, ανέβηκε σ' ένα βουνό κι άρχισε πάλι να προσεύχεται, παρακαλώντας το Θεό για το στρατό των Ρωμαίων.

Στο μεταξύ ο βασιλιάς Νικηφόρος μπήκε στις κλεισούρες της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι τότε ανέβηκαν στο βουνό, αφήνοντας για φύλαξη του τόπου λίγο μόνο στρατό, δεκαπέντε χιλιάδες στρατιώτες πάνω- κάτω, που οι Ρωμαίοι τους κατάκοψαν.

Μετά απ' αυτή την επιτυχία όμως οι Ρωμαίοι το πήραν επάνω τους κι έγιναν απρόσεχτοι. Προχωρούσαν λοιπόν μέσα στη χώρα χωρίς προφυλάξεις. Ξαφνικά όρμησαν εναντίον τους οι Βούλγαροι, και κατακρεούργησαν ολόκληρο σχεδόν το στράτευμα μαζί με το βασιλία Νικηφόρο.

Θυμήθηκε τότε ο άγιος την οπτασία του, ευχαρίστησε το Θεό κι έφυγε απο κεί κλαίγοντας και θρηνώντας. Πήγε κατευθείαν σ' ένα μοναστήρι, όπου πήρε το άγιο μοναχικό σχήμα, κι έγινε μεγάλος και διακριτικότατος γέροντας, δουλεύοντας γνήσια στο Θεό αρκετά χρόνια.

7.Διήγηση περί του θαύματος στην Αφρική, στην πόλη Καρθαγένη (Καρχηδόνα)

Όταν βασιλιάς ήταν ο Ηράκλειος ( 610-641 ) και πατρίκιος (ανώτατος άρχοντας) ο Νικήτας, έγινε στην Αφρική το παρακάτω θαύμα.

Κάποιος αξιωματικός του βασιλικού στρατού βρισκόταν στην Καρθαγένη. Επειδή όμως έπεσε στην πόλη θανατικό, πήρε τη γυναίκα του και κατέφυγε σ' ένα προάστιο, όπου ήταν κατοικία του, για να γλυτώσει τάχα το θάνατο. Στην πραγματικότητα όμως έφυγε, επειδή ο διάβολος τον παρακίνησε ν' αμαρτήσει. Σπέρνοντας του δηλαδή σαρκικούς λογισμούς, τον κατάφερε να πέσει σε μοιχεία με τη γυναίκα του κηπουρού του. Δεν πέρασε πολύς καιρός απο την πτώση του, κι αρρώστησε βαριά απο βουβωνοκήλη, που τον οδήγησε τελικά στο θάνατο.

Τρείς ώρες όμως μετά την ταφή του, ακούστηκαν κραυγές μέσ' απο το μνήμα:

 - Ελεήστε με! Ελεήστε με!

 Έτρεξαν και σήκωσαν την ταφόπλακα. Τι να δούν τότε! Ο αξιωματικός ήταν ζωντανός! Ζωντανός, μα άλαλος. Δεν μπορούσε να μιλήσει.

Το παράδοξο γεγονός έφτασε μέχρι τ' αυτιά του αββά Θαλασσίου, που έτρεξε αμέσως επιτόπου για να παρηγορήσει τον ταλαίπωρο αξιωματικό.

Πέρασαν τέσσερις μέρες. Τότε η φωνή του λύθηκε κι άρχισε να διηγείται:
- Λίγο πρίν βγεί η ψυχή μου από το σώμα, έβλεπα να με κυκλώνουν μερικοί μαύροι, φοβεροί στην όψη. Μετά είδα να με πλησιάζουν δυό ωραίοι νέοι. Ήταν άγγελοι! Μόλις τους αντίκρυσα, η ψυχή μου γέμισε χαρά. 

Με πήραν μαζί τους κι αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε στον ουρανό. Στην εναέρια πορεία μας συναντούσαμε κάθε τόσο τα τελώνια, εκείνους τους μαύρους, που εξέταζαν κάθε αμαρτία μου. Άλλο τελώνιο ήταν του ψεύδους, άλλο του φθόνου, άλλο της πλεονεξίας ... Οι άγγελοι , πάντως, τους εξουδετέρωναν, παρουσιάζοντας τις αγαθές μου πράξεις. Όταν όμως φτάσαμε στην πύλη τ' ουρανού, σηναντήσαμε ένα ολόκληρο τάγμα τελωνίων, το τάγμα της πορνείας. Αυτοί παρουσίασαν τη μοιχεία που έιχα κάνει πρίν απο λίγο καιρό. Κι έτσι νίκησαν! 

Μ' άρπαξαν και μ' έσυραν στα βάθη της γής. Εκεί οι ψυχές των αμαρτωλών δοκιμάζουν τέτοια μαρτύρια, που η ανθρώπινη γλώσσα δε μπορεί να τα διηγηθεί. Καθώς έπιασα να θρηνώ εκεί κάτω, φάνηκαν πάλι μπροστά μου οι δυό εκείνοι νέοι. "Ελεήστε με", τους ικέτεψα κλαίγοντας, " και δώστε μου καιρό να μετανοήσω ", Στράφηκε τότε ο ένας και λέει στον άλλο: " Παίρνεις την ευθύνη γι' αυτόν;" Να του δώσουμε καιρό να μετανοήσει;" . "Να του δώσουμε", αποκρίθηκε ο άλλος. 

Με πήραν τότε και μ' έφεραν στον τάφο. Εκεί βρήκα το σώμα μου να 'χει γίνει σα λάσπη και βούρκος, γι' αυτό και δεν ήθελα να μπώ μέσα του. Οι άγγελοι όμως μου το ξέκοψαν: "Είναι αδύνατο να μετανοήσεις αλλιώς, παρά μόνο με το σώμα σου, αφού μ' αυτό αμάρτησες". Τότε μπήκα στο σώμα μου. Κι αυτό ζωντάνεψε και άρχισα να φωνάζω. 

Εδώ τελείωσε τη διήγηση του ο αξιωματικός. Και αφού έζησε σαράντα μέρες ακόμα με τέλεια ασιτία, με θρήνους και οδυρμούς, κοιμήθηκε πάλι.


Πηγή : google.com
Share this article :

0 σχόλια:

Speak up your mind

Tell us what you're thinking... !

βοήθεια εναντίων του Κοροναϊού COVID-19

για να αντιμετωπιστεί η εξάπλωση του κοροναϊού στη χώρα μας.


Δωρεά για βοήθεια εναντίων του Κοροναϊού COVID-19

βοήθεια για τον covid 19, πατήστε την εικόνα για βοήθεια.

Μένουμε Σπίτι για τον Κοροναϊό covid 19, πατήστε την εικόνα για βοήθεια.
 

Proudly powered by Blogger
Copyright © 2014 - 2021. stilosorthodoxias.gr
google.com, pub-6497066373419060, DIRECT, f08c47fec0942fa0