† ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ † Κυριακή 13 Ιουνίου 2021, Σήμερα τιμοῦνται οἱ Ἅγιοι: 318 Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου , Ἀκυλίνα ἡ Μάρτυς , Φηλίκουλα ἡ Μάρτυς , Τριφύλλιος Ἐπίσκοπος Λήδρας , Ἀντίπατρος Ἐπίσκοπος Βόστρων , Ἰάκωβος ὁ ἐξ ἀπάτης τὸν ἀντίχριστον προσκυνήσας , Ἄννα καὶ ὁ υἱὸς αὐτῆς Ἰωάννης , Διόδωρος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐξ Ἐμέσης , Μύριοι Μάρτυρες , Εὐλόγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας , Ἀνδρόνικος ὁ ἐν Μόσχᾳ ἀσκήσας , Ἀλέξανδρος ὁ ἐν Μόσχᾳ ἀσκήσας , Ἄνθιμος ὁ Ἰβηρίτης , Ἁγίου Νικολάου τοῦ Ἱερομάρτυρος ,Ταίς των Αγίων σου πρεσβείες, Χριστέ ο Θεός, Ελέησον και σώσων ημάς. Αμήν. Η Κοσμική Φιλοσοφία και ο θάνατος - stilosorthodoxias.gr

Η Κοσμική Φιλοσοφία και ο θάνατος

Written By news on Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016 | 1:48 μ.μ.

Η ΚΟΣΜΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ 

Ασεβής υποβιβασμός τού ανθρώπου.. 

Πρίν προχωρήσουμε γιά νά μελετήσουμε τό μυστήριο τού θανάτου μέ οδηγό τή θεία Αποκάλυψη καί τήν Άποστολική Παράδοση καί χειραγωγό τήν Πατερική σοφία τής Εκκλησίας μας, πρέπει νά δούμε πώς άντιμετωπίζουν τό πρόβλημα αύτό άλλες θρησκείες καί ή έγκόσμια φιλοσοφία. Διότι γιά τόν θάνατο μίλησαν όλοι οί φιλόσοφοι. Μερικοί έπεχείρησαν νά τόν άγνοήσουν, άλλά δέν τό πέτυχαν. ’

Άλλωστε είναι άδύνατο νά φιλοσοφήσει κανείς, όταν παραβλέπει τό γεγονός τοό θανάτου καί δέν έμβαθύνει σ’ αύτό. Δέν πρόκειται νά είσέλθουμε στίς λεπτομέρειες τής διδασκαλίας άλλων θρησκειών περί θανάτου, ούτε στόν σκοτεινό λαβύρινθο τής άνθρώπινης φιλοσοφίας. Θά ρίψουμε μόνο σύντομο βλέμμα, ώστε νά δούμε τή σύγχυση, τίς φαντασιώσεις καί γελοιότητες στίς όποιες κατέληξε τό άνθρώπινο λογικό, κάθε φορά πού δοκίμασε νά έρμηνεύσει τόν θάνατο καί νά μελετήσει τήν πέραν τού τάφου ζωή μέ τίς δικές του μόνο δυνάμεις. Έτσι θά έκτιμηθεί καί στό πρόβλημα αύτό ή άλήθεια, ή σαφήνεια καί τό μεγαλείο τού λόγου τής θείας Άποκαλύψεως.

Είναι γνωστό ότι οί ά ν α τ ο λ ι κ έ ς θ ρ η σ κ ε ί ε ς , οί όποίες περιφρονούν τήν παρούσα ζωή, περιφρονούν καί τόν άνθρωπο. Στόν παρόντα κόσμο δέν βλέπουν παρά μόνο μία άπάτη. Γι’ αύτό οί θρησκείες αύτές, όπως π.χ. ό ’Ινδουισμός, ό Βουδδισμός κλπ., κηρύττουν ότι ό θάνατος είναι ή άπελευθέρωση άπό τήν έξορία καί ή λύτρωση άπό τήν πτώση στή μισητή περιοχή τής πλάνης καί τού ποικίλου πόνου. 

Καί έπειδή ό θάνατος, πάντοτε κατά τίς θρησκείες αύτές, καταλύει τήν έφήμερη άθλιότητα τών έγκοσμίων καί μάς βυθίζειμέσα στό αιώνιο καί άδιαφοροποίητο «πάν», μέσα στήν άπέραντη μακαριότητα τού «νιρβάνα», δηλαδή τού μηδενός, ό πιστός τών θρησκειών αύτών ζεί μόνο γιά νά πεθάνει. Ζητεί μέ έπιμονή τόν θάνατο, γιατί πιστεύει ότι ή έπίγεια ζωή τού γίνεται έμπόδιο γιά τήν εύτυχία. Γι’ αύτό οί θρησκείες αύτές καλλιεργούν τόν ζωντανό θάνατο. Διδάσκουν: 

Άφού ό θάνατος μάς προσφέρει μιά τόσο μεγάλη εύεργεσία, δέν έχουμε παρά νά συντομεύσουμε τήν παρούσα ζωή μέ τή νέκρωση τού σώματος καί μέ τή νέκρωση κάθε είδους ορμής. Έτσι, λέγουν, προγευόμαστε τίς εύεργεσίες τού θανάτου πρίν άπό τόν θάνατο, ό όποίος είναι τό κατ’ εξοχήν εύφρόσυνο γεγονός.

Παρόμοια στοιχεία περιφρονήσεως του άνθρώπου καί τής παρούσης ζωής περιέχει καί ό ’Ορφικός μύθός, ό όποίος έφθασε στίς έλληνικές χώρες άπό τή Θράκη.   Ό Ηρόδοτος 'ιστορεί ότι μία Θρακική φυλή υποδεχόταν τά νεογέννητα βρέφη μέ κλαυθμούς καί όδυρμούς, ένώ συνόδευε τούς νεκρούς στόν τάφο μέ κραυγές καί άλαλαγμούς χαράς, γιατί λυτρώνονται άπό τήν παρούσα ζωή. Ό διάσημος Έλληνας ιατρός Φιλιστίων άναφέρει ότι μία φυλή, οί Καυσιανοί, «τούς μέν γεννωμένους θρηνοόσι, τούς δέ τελευτώντας (έκείνους πού άποθνήσκουν) μακαρίζουσι».

Ό ’Ορφικός μόθος διδάσκει ότι ή ψυχή μέ τή γέννηση κατεβαίνει στόν ύλικό καί άμαρτωλό κόσμο ώς ένας θείος ξένος. Εισέρχεται στό σώμα,τό όποίο γίνεται γι’ αύτήν τό «σήμα», δηλαδή ό τάφος της. Ή ψυχή όμως πρέπει νά έλευθερωθεί άπό τή φυλακή αύτή, ώστε νά έπιστρέψει καί πάλι στήν πνευματική της πατρίδα. Γι’ αύτό οί ’Ορφικοί έβαζαν στά χέρια τών νεκρών μικρές χρυσές πλάκες, στίς όποιες χάρασσαν τό σύνθημα ή έμβλημα τής πίστεώς τους: «Αύτάρ έμοί γένος ούράνιον»· δηλαδή, έγώ έρχομαι μέν άπό τή γή, άλλ’ ή δική μου καταγωγή είναι ούράνια. 

Οί νεκροί θά έδειχναν τίς πλάκες αύτές ώς ένα είδος... διαβατηρίου, μόλις θά έφθαναν στίς πύλες τού άλλου κόσμου

Ή ψυχή όμως δέν θά μείνει έκεί πολύ χρόνο· θά έπανέλθει στή γή καί θά μετενσωματωθεϊ. Δηλαδή θά φυλακισθεί πάλι σέ σώμα ζώων
ή άνθρώπων ή καί σέ φυτά· άλλά καί πάλι θά μεταναστεύσει στήν άρχική της πατρίδα. Ή άνακύκληση αύτή θά συνεχίζεται μέ διαδοχικές καί άλλεπάλληλες «γεννήσεις» καί «θανάτους», μέχρις ότου ή ψυχή έξαγνισθεί. Μέ έλάχιστες διαφοροποιήσεις τής ιδέας αύτής έξέταζαν τό θέμα τούτο ό Πυθαγόρας καί ό Ηράκλειτος. Δυστυχώς όμως καί σήμερα κυκλοφορούν παρόμοιες ιδέες καί μάλιστα μεταξύ τών μορφωμένων έκείνων πού έχουν έμπλακεί στά δίχτυα τής Θεοσοφίας καί τής σκοτεινής θρησκείας τού Τεκτονισμού ή Μασωνισμού.
Είναι περιττό νά συνεχίσουμε μέ τίς ιδέες αύτές, οί όποιες περι-φρονούν τό δώρο τού Θεού, τή ζωή, άλλά καί τόν άνθρωπο ώς προσωπικότητα καί δημιούργημα τού Θεού, τό όποίο έχει σκοπό μέγα καί ύψηλό. 

Δέν άξίζει τόν κόπο νά έπιμείνει κανείς στόν «συρφετόν τής άσεβείας» τών ’Ορφικών καί τών όμοιων τους. Γιατί αύτοί, όπως λέγει ό 'ιερός Χρυσόστομος, μέ τίς παιδαριώδεις καί βλάσφημες άντιλήψεις τους κατεβάζουν τόν Θεόν σέ άνθρώπους, ζώα, φυτά καί ξύλα. Έάν ή ψυχή μας, λέγει σ’ αύτούς ό ιερός Πατήρ, είναι «τής ούσίας τού Θεού», όπως ύποστηρίζετε, ή δέ μετενσωμάτωση τής ψυχής καταλήγει σέ νεροκολοκύθα, πεπόνια καί κρεμμύδια, «άρα ή ούσία τού Θεού εις σικυούς έσται»· άρα ή ούσία τού Θεού θά είναι στά ξυλάγγουρα ’Έτσι όμως συμβαίνει τούτο τό παράδοξο: Έάν οί Χριστιανοί πούμε σ’ αύτούς τούς είδωλολάτρες ότι τό 'Άγιον Πνεύμα μετέβαλε την άγνή Παρθένο σέ ναό άγιο, ώστε νά γεννήσει τόν Σωτήρα, μάς περιγελούν. 

Ένώ αύτοί δέν ντρέπονται νά κατεβάζουν την ούσία τού Θεού σέ πεπόνια, μύγες, κάμπιες, όνους κλπ.

 Άλλ’ ήταν φυσικό νά πιστεύουν τέτοια πράγματα οί άνθρωποι έκείνοι, γιατί στερούνταν τού φωτός τής θείας Άποκαλύψεως. Λόγω τής ούσιαστικής αύτής στερήσεως δέν μπόρεσαν νά διατυπώσουν κάτι τό ύγιές «ούτε περί Θεού ούτε περί κτίσεως». Καί όσα μία χριστιανή χήρα γυναίκα τού λαού γνωρίζει, αύτά ούτε άκόμη καί ό Πυθαγόρας ποτέ δέν τά γνώρισε. Γι’ αύτό τόσο ό σοφός Πυθαγόρας όσο καί άλλοι όμόφρονές του έλεγαν ότι ή ψυχή γίνεται θάμνος καί ψάρι καί σκύλος   Άλλά τόσο έκείνοι όσο καί οί σύγχρονοί μας -πολύ περισσότερο αύτοί, διότι ζούν σέ χριστιανικούς χρόνους -

γίνονται καταγέλαστοι μέ τούς λαβύρινθους τής πολυλογίας τους. Καί άποδεικνύουν άληθινό τό λόγο τού θείου Παύλου: «φάσκοντες είναι σοφοί έμωράνθησαν» (Ρωμ. α 22)· ένώ ισχυρίζονται ότι είναι σοφοί, έγιναν μωροί καί άνόητοι

Βέβαια στούς ίδιους χρόνους ύπήρξαν καί φωτεινότερες διάνοιες. Ό λυρικός ποιητής Ανακρέων (6ος αί. π.Χ.) είπε μιά άλήθεια, άνάμικτη όμως μέ τή μελαγχολία τού πρό Χριστού άνθρώπου. Είπε: Ή ζωή τού άνθρώπου κυλά όπως ό τροχός  όταν άποθάνουμε καί λειώσουν πλέον τά κόκκαλά μας, δέν θά είμεθα παρά «ολίγη κόνις». Ό δέ Διογένης μέ τήν ίδια μελαγχολία άναφώνησε άργότερα (5ος αί. π.Χ.): «Ω θνητόν άνδρών καί ταλαίπωρον γένος» Γιατί δέν μοιάζουμε μέ τίποτε άλλο παρά μέ σκιά...

Αντιλήψεις μυθικές και παιδαριωδεις

Οί  Μ υ κ η ν α ί ο ι , ένας κόσμος ήρώων μέ πολύ έντονη συναίσθηση τής ισχυρής τους προσωπικότητος, δοκιμάζουν άφατη θλίψη, όταν σκέπτονται τό τέλος τής ζωής. Ό κόσμος εκείνος φρίττει καί τρομάζει μπροστά στό φοβερό μυστήριο τού θανάτου, δέχεται όμως ότι ό άνθρωπος έξακολουθεί μετά θάνατον νά ζεί καί νά συνεχίζει τή δράση του ώς άγαθοεργός δύναμη μέ ύπερφυσικές ιδιότητες, ή όποία  ώφελεί τούς ζωντανούς ή προστατεύει τήν πατρίδα της. Αύτήν άκριβώς τήν πίστη έκφράζουν «αί έπικήδειοι πομπαί, αί έπιτάφιοι χοαί», οί λατρευτικοί τύποι, τά έπιθανάτια καί μεταθανάτια έθιμα καί οί τεράστιοι τάφοι, άτομικοί ή οικογενειακοί.

'Η ’Ολυμπιακή θρησκεία, άντίθετα πρός τόν ’Ορφισμό, έπίστευε ότι ό θάνατος είναι κάτι τό άποκρουστικό, φοβερό καί φρικτό. Ό "Ομηρος, ό ποιητής τής ελληνικής άριστοκρατίας, διδάσκει ότι τόν φυσικό θάνατο στέλλει ή Μοίρα (μόρος=μοίρα, θάνατος, όλεθρος), σύμφωνα πρός τούς γενικούς νόμους τής φύσεως. Τόν βίαιο θάνατο στέλλει έναντίον τού άνθρώπου ή Κήρ, ή θεά τού θανάτου ή τού ολέθρου. 

Τόν αιφνίδιο δέ καί πρόωρο θάνατο, ό όποίος άρπάζει τούς άνθρώπους τής νεαράς ήλικίας, στέλλουν ό Απόλλων καί ή ’Άρτεμις. Στή μυθολογία τού 'Ομήρου ό Θάνατος θεωρείται δίδυμος άδελφός τού ολύμπιου καί άδιατάρακτου "Υπνου. Ό Θάνατος έκτελεί μέν πιστά τίς προσταγές τής Μοίρας, άλλ’ ή μορφή του δέν περί-
γράφεται. Στόν περίφημο κρατήρα τού Εύφρονίου ό Θάνατος είκονί-ζεται νά μεταφέρει μέ τή βοήθεια τού Υπνου ήρεμα, άπαλά, μέ σεβασμό καί εύλάβεια τό σώμα τού 'Ομηρικού ηρώα Σαρπηδόνα μακριά άπό τά τείχη τής Τροίας, στή Λυκία, γιά νά τόν θάψουν οί συγγενείς του.

Γιά τόν Έλληνα τών 'Ομηρικών χρόνων μόνο ή παρούσα ζωή έχει άξια. Ό θάνατος θεωρείται μέγα κακό, διότι ύποβιβάζει τόν άνθρωπο, τόν οδηγεί στήν έξαθλίωση καί στή στέρηση τής χαράς τής ζωής. Τόν ρίχνει στόν σκοτεινό 'Άδη, τού όποίου τό βασίλειο δέν είναι καθόλου ζηλευτό. Ή ψυχή, τήν όποία  ό Όμηρος φανταζόταν ώς ζωική δύναμη καί ώς πραγματική ουσία, φεύγει άπό τήν άνοικτή πληγή ή τό στόμα τήν ώρα πού άποθνήσκει ό άνθρωπος. 

Τήν ώρα τού θανάτου τό σώμα, τό όποίο κατά τήν τότε άντίληψη άποτελούσε τό «έγώ» τού άνθρώπου, άποθνήσκει, ένώ ή ψυχή χωρίζεται άπό τό σώμα καί πηγαίνει στόν 'Άδη.   Εκεί κινείται έξασθενημένη σάν άύλο είδωλο, ή μάλλον άσωμο (χωρίς σώμα), τό όποίο διατηρεί τή μορφή τού σώματος.   Άπό τήν ψυχή αύτή λείπουν «αί φρένες», δηλαδή ή πνευματική δύναμη.

Ή ψυχή κινείται στόν 'Άδη σάν όνειρο καί σάν φευγαλέα σκιά. Ζεϊ ζωή τόσο ύποτυπώδη καί άνάξια λόγου, ώστε ό νεκρός ήρωας Άχιλ-λεύς, γεμάτος νοσταλγία γιά τή γή, λέγει: Θά ήθελα νά ήμουν δούλος καί νά ύπηρετώ σέ άφέντη φτωχό, παρά νά είμαι άρχοντας καί ήγεμόνας όλων τών νεκρών πού βρίσκονται στόν 'Άδη.   Διότι οί νεκροί στό βασίλειο τού Πλούτωνα είναι άξιοθρήνητες σκιές. Κλαίνε καί ολοφύρονται ώς νεκρά άναίσθητα «βροτών είδωλα καμόντων» (σάν πεθαμένοι άναίσθητοι, εικόνες θνητών νεκρών) γιά τά άγαθά καί τίς άπολαύσεις τής γής πού στερήθηκαν. 

Ή ψυχή στόν Άδη έχει έξαντληθεί τόσο πολύ, ώστε γιά νά συνέλθει πρέπει νά πιει αίμα, τό όποίο τής προσφέρουν οί ζωντανοί μέ αιματηρές θυσίες. Αλλά καί μέ τόν τρόπο αύτό συνέρχεται προσωρινά μόνο· ή δέ ζωή καί ή συνείδηση πού λαμβάνει δέν είναι πλήρης.   Οί θεοί παρέχουν άμοιβές καί τιμωρίες μετά θάνατον, άμείβουν όμως τούς άρίστους άπό τούς ήρωες καί τιμωρούν μόνο τούς πλέον κακούς καί φαύλους άπό τούς κακούργους (όπως ό Τάνταλος, ό Τιτυός, ό Σίσυφος).

Οί περί θανάτου ιδέες θρησκειών άλλων λαών, παραλλήλων χρόνων, δέν διαφέρουν πολύ άπό τίς 'Ομηρικές δοξασίες. Οί Β α β υλών ι ο ι π.χ. πίστευαν ότι αύτός πού πέθανε είναι καταδικασμένος νά παραμένει άκίνητος στό βαθύ καί πηκτό σκοτάδι τού 'Άδη, δούλος τής θεάς τού Άδη. Ό Άδης τών Βαβυλωνίων μοιάζει μέ έκείνον τού 'Ομήρου, είναι δηλαδή τόπος σκοτεινός, στόν όποίο έπικρατεί πλήρης λησμοσύνη. 

Οί δίκαιοι δέν διακρίνονται σαφώς άπό τούς άδικους. Αργότερα όμως οί Βαβυλώνιοι συνεπλήρωσαν τήν πίστη τους γιά τό θέμα τών άμοιβών καί τών ποινών καί δέχθηκαν ότι μόνο οί ήρωες πηγαίνουν μετά θάνατον στή χώρα τών μακάρων (μακαρίων καί εύτυχισμένων). Γι’ αύτό οί μύθοι καί τά έπη τους είναι διαποτισμένα άπό τήν άπαισιόδοξη σκέψη τού θανάτου, καί μόνο οί ήρωες βρίσκονται σέ καλύτερη μοίρα άπό τούς άλλους νεκρούς. Έξ άφορ-μής τών άντιλήψεων αύτών οί Βαβυλώνιοι δέν περιποιούντο ιδιαίτερα τούς τάφους τών νεκρών.

Οί Αιγύπτιοι πίστευαν στην αθανασία τής ψυχής καί δέν δέχονταν ότι οί ψυχές έρχονται πάλι στόν κόσμο. Πίστευαν άκόμη ότι ή ψυχή άκολουθεί τό σώμα μετά θάνατον. Γι’ αύτό έκτιζαν μεγάλους, ογκώδεις τάφους, τίς Πυραμίδες. Ταρίχευαν τό σώμα τού νεκρού, διότι είχαν τήν άντίληψη ότι αύτό έπρεπε νά διατηρείται καί μετά θάνατον ώς ύπόβαθρο καί κατοικία τής ψυχής. Έτσι έξασφαλιζόταν ή εύτυχία τής ψυχής μετά θάνατον. 

Γιά τόν σκοπό αύτό τοποθετούσαν δίπλα άπό τό βαλσαμωμένο σώμα τροφές καί έγραφαν στούς τοίχους τών νεκρικών θαλάμων κείμενα πού άναφέρονταν στή ζωή εκείνου πού πέθανε.

Άλλ’ είναι φανερό ότι οί άντιλήψεις αύτές είναι έξ ολοκλήρου μυθικές καί παιδαριώδεις, καί προέρχονται άπό τό ότι ό προχριστιανικός κόσμος ζούσε μέ τόν φόβο τού θανάτου. Ζούσε μέ τήν πατροπαράδοτη πίστη, ή όποία  φανερώνει τήν άναζήτηση τής ψυχής γιά τό τέλειο πού περίμενε καί ποθούσε. Άλλωστε τόσο οί Μυκηναϊκές όσο καί οί 'Ομηρικές άντιλήψεις περί θανάτου δέν ικανοποιούσαν τούς μεταγενέστερους Έλληνες. 

Γι’ αύτό καί τό άνήσυχο ελληνικό πνεύμα άποδύθηκε σέ μιά προσπάθεια επεξεργασίας, άναθεωρήσεως καί τελειοποιήσεως τών περί θανάτου δοξασιών του.ώστε νά τίς καταστήσει περισσότερο πειστικές. Έτσι τήν άσαφή πίστη τών 'Ομηρικών χρόνων περί άμοιβής τών δικαίων καί τιμωρίας μόνο τών μεγάλων κακούργων «διαδέχεται σοβαρωτέρα,καθαρωτέρα καί θετικωτέρα πίστις κατά τούς μηδικούς χρόνους. Ή άνταπόδοσις καί ή τιμωρία καθίστανται γενικαί».

Επιτάφια επιγράμματα των αρχαίων Ελλήνων

Αρκετά σαφή ιδέα γιά τίς άντιλήψεις τών άρχαίων Ελλήνων περί θανάτου σχηματίζουμε καί άπό τίς έπιτύμβιες έπιγραφές. Ώς γνωστόν ό άνθρωπος διακατέχεται άπό τόν τ» πόθο νά κατανικήσει τόν θάνατο· άπό τή δυνατή έπιθυμία νά ύπερβεί τόν χρόνο τής παρούσης ζωής, τόν όποίο τού άνακόπτει ό θάνατος, καί νά άφήσει κάποιο «σημείον» τής διαβάσεώς του άπό τή γή. Νά άφήσει ένα «μνήμα», δηλαδή μία μνήμη, άνάμνηση, ύπόμνηση τής παραμονής καί τών έργων του στόν κόσμο. 

Καί έπειδή ό Έλληνας ήταν ό άνθρωπος πού έδιδε μεγάλη άξια στήν παρούσα ζωή, προσπάθησε νά διαιωνίσει τή μνήμη του, έκτος τών άλλων, καί μέ τά έπιγράμματα, τά όποία  άνέγραφε πάνω στούς τάφους. Ενώπιον τού «άναιδούς θανάτου»,   δηλαδή τού σκληρού καί ώμού, τού άδίστακτου καί ολέθριου θανάτου, ό ύπερήφανος Έλληνας αισθάνεται έντονότερα τήν ταπεινότητά του.
Στά έπιτύμβια (έπιτάφια) έπιγράμματα τού ελληνικού προχρι-στιανικού κόσμου διατυπώνεται ή ανάγκη, τήν όποία  αισθάνεται καί μετά θάνατον ό Έλληνας, νά συμμετέχουν στίς τύχες του καί οί συνάνθρωποί του. 

Τό έπίγραμμα διατυπώνει, μαζί μέ τήν αιτία τού θανάτου, άλλοτε τή συγκλονιστική άπορία πού δοκιμάζει ή ψυχή ένώπιον τού θανάτου ή τό μεγάλο καί πικρό παράπονο κατά τού θανάτου, ό όποίος δέν σεβάσθηκε ούτε τή νεότητα ούτε τό κάλλος έκείνου πού άπέθανε· άλλοτε τό έπίγραμμα έκφράζει τήν οδύνη καί τόν στεναγμό γιά τήν άπώλεια τού άγαπημένου προσώπου. Γιά τόν θάνατο όμως τού πολεμιστού δέν έκφράζεται συνήθως οδύνη καί δεν άκούονται θρήνοι. Αντίθετα έκφράζονται έπαινοι καί άκούονται ύμνοι, γιατί γιά τόν 'Έλληνα ό θάνατος στό πεδίο τής μάχης άποτε-λεϊ τιμητική διάκριση.

Στούς Λακεδαιμονίους, όπως άναφέρει ό Πλούταρχος, ή άρετή δίδασκε νά ζούν καί νά πεθαίνουν μέ εύχαρίστηση, όπως φανερώνει καί τό έπίγραμμα: «Άπέθαναν, όχι διότι θεωρούσαν ώραίο πράγμα τή ζωή ή τόν θάνατο, άλλά διότι θεωρούσαν ώραίο τό νά κάνει κανείς καί τά δύο αύτά μέ καλό τρόπο». Διότι, συμπληρώνει ό Πλούταρχος, ούτε ν’ άποφύγει κανείς τόν θάνατο είναι άξιοκατάκριτο, έάν ποθεί τή ζωή κατά τρόπο τίμιο, ούτε νά τόν ύπομένει είναι ώραίο, έάν αύτό γίνεται άπό άποστροφή πρός τή ζωή.   

Πάντως τά έλληνικά έπιγράμματα προβάλλουν κυρίως τόν «άγαθόν καί σώφρονα» άνθρωπο, γιατί αύτός πρέπει ν’ άποτελεί γιά τούς ζωντανούς παράδειγμα άξιο μιμήσεως. Γι’ αύτό, όταν ό νεκρός είχε άρετές, έπαινείται. Βέβαια ή προσπάθεια τών Ελλήνων νά έπαινεί τούς νεκρούς έχει σχέση μέ τήν παλαιά άντίληψη ότι μόνον άγαθά πρέπει νά λέγονται περί τών νεκρών.   Σέ ορισμένα έπιγράμματα ό θάνατος παρουσιάζεται ώς άπόφαση τών θεών. Άλλά ό Έλληνας δέν έκφράζει κανένα παράπονο έναντίον τών θεών, ούτε άποδίδει καμμία εύθύνη σ’ αύτούς.

Άπό τόν 5ο π.Χ. αί. τά έπιτύμβια έπιγράμματα είναι πλουσιότερα καί ώραιότερα. Σ’ αύτά τονίζονται ιδιαίτερα οί άρετές καί τά χαρακτηριστικά προσόντα αύτού πού πέθανε, π.χ. ή δικαιοσύνη, ή σωφροσύνη, ή εύσέβεια, ή σοφία κ.ά. Διά τής έξάρσεως τών άρετών τού άποθανόντος καί τών έπαίνων πού άκολουθούν, διαιωνίζονται πάνω στόν τάφο άξιες καί άρετές, οί όποιες στήν παρούσα ζωή ή παρεξηγούνται ή άγνοούνται.

Πρέπει όμως νά ύπογραμμισθούν ιδιαίτερα τά όσα παρατηρούν έκείνοι οί όποίοι έχουν άσχοληθεί συστηματικά μέ τό περιεχόμενο τών έπιτυμβίων έπιγραμμάτων. Αύτοί λοιπόν παρατηρούν: «Εις τάς έπιγραφάς τών πρώτων αιώνων σπανίως έκφράζεται οξύς ό θρήνος διά τήν άπώλειαν άγαττημένων προσώπων. Συνήθως έπικρατεί ή ήρεμος άντιμετώπισις τού θανάτου, πράγμα τό όποίον βεβαίως έξηγείται έκ τής όλης στάσεως τού 'Έλληνος τών χρόνων έκείνων έναντι τού θανάτου (...). Εις όλας σχεδόν τάς έπιγραφάς  ιδία τάς άττικάς - δέν γίνεται λόγος περί μετά θάνατον ζωής (...). Μεταφυσικαί ίδέαι, σκέψεις περί άμοιβής τού άγαθού καί τιμωρίας τού κακού βίου μετά θάνατον είναι άκόμη άγνωστοι».   

Ή φιλοσοφική σκέψη τού Πλάτωνα θά έπιδράσει στό πνεύμα τών έπιτυμβίων έπιγραμμάτων άργότερα. Καί ύπάρχουν μέν ορισμένες έπιγραφές πού άντιθέτουν τό φθαρτό καί άφθαρτο μέρος τού άνθρώπου, άλλ’ «ή διαφοροποίησή γίνεται άπολύτως εις τήν ύλικήν περιοχήν». Ή λέξη φθαρτό ύπονοεί «τάς σάρκας», ένώ ή λέξη άφθαρτο τά «όστέα» καί όχι τήν ψυχή. Ή έπίδραση τής άντιθέσεως αύτής προέρχεται μάλλον «μέσω τών ποιητικών προτύπων» καί όχι «κατ’ εύθείαν έκ τής περιοχής τής φιλοσοφίας».

Άλλ’ είπαμε ήδη ότι δέν είχε άκόμη καταλάμψει τίς ψυχές καί τίς καρδιές τών άνθρώπων τό ανέσπερο φώς τού Χριστού. 'Η είδωλολατρική ψυχή αισθανόταν τό μεγάλο κενό πού τήν περιέβαλλε καί στό πρόβλημα αύτό. Γι’ αύτό τό ελληνικό πνεύμα προσπαθεί νά άναθεωρήσει καί νά έπεξεργασθεϊ τίς άντιλήψεις αυτές.

Οδυνηρά θλίψις και μελέτη θανάτου

 Οι άντιλήψεις τών Ελλήνων τραγικών περί τού μυστηρίου  τού θανάτου παρουσιάζουν μέν κάποια πρόοδο σέ σχέση  πρός τίς Μυκηναϊκές καί τίς 'Ομηρικές, έξακολουθούν όμως νά παραμένουν άρκετά άτελείς. Ό Αισχύλος,ό τραγικός μέ τό βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, τονίζει ότι ό θάνατος είναι άναπόφευκτος καί παρατηρεί ότι είναι ό μόνος άπό τούς θεούς ό όποίος δέν άγαπά τά δώρα, καί έπομένως δέν μπορεί νά έξαγορα-σθεί μέ τίποτε.   Άλλ’ ό ’ίδιος τραγικός δέν παραδέχεται άνάσταση σωμάτων, παρά μόνο έπιβίωση ψυχών. Στίς «Εύμενίδες» παρουσιάζει τόν Απόλλωνα νά λέγει: Όταν ό άνθρωπος άποθάνει, δέν ύπάρχει πλέον καμμία άνάσταση.

Ό Εύριπίδης,ό όποίος έκφράζει τά αισθήματα τής λύπηςέντονότερα άπό τούς άλλους Έλληνες τραγικούς, διδάσκει στήν «Εκάβη» ότι οί νεκροί ζούν μετά θάνατον καί άναγνωρίζουν ό ένας τόν άλλο στόν άδη.   Ο Σοφοκλής,ό μεγάλος στοχαστής καί ύπέροχος τεχνίτης τής έλληνικής τραγωδίας, κηρύσσει μέ τό στόμα τής ήρωίδος του Αντιγόνης ότι λυπείται μέν διότι στερείται - καί μάλιστα σέ τόσο τρυφερή ήλικία - τά άγαθά τής παρούσης ζωής, πηγαίνει όμως εύχαρίστως στόν άδη, γιατί έκεί θά συναντηθεί μέ τούς προσφιλείς της· τόν πατέρα, τή μητέρα καί τόν άδελφό, στούς όποίους ή ιδία προσέφερε τίς τελευταίες ύπηρεσίες καί τίς «έπιτύμβιες χοές». Στόν «Αίαντα» πάλι, ό ομώνυμος ήρωας, άφού χαιρέτησε τόν ήλιο καί τελείωσε τόν θρήνο, καλεί τόν θάνατο νά έλθει μέ τά λόγια: «Ώ θάνατε, θάνατε, έλα τώρα κοντά μου· άν καί θά ’χω καιρό στόν 'Άδη κάτω όντας μαζί σου καί κεί νά σέ χαιρετήσω».

Προτού προχωρήσουμε στίς ιδέες τού Πλάτωνα, πρέπει νά ύπογραμμίσουμε ότι «εις τούς Έλληνας υπήρχε μία οδυνηρά θλίψις, συνδεδεμένη πρός τόν θάνατον τού άνθρώπου. Ή τραγωδία των, ή ποίησίς των είναι διαποτισμέναι άπό αύτήν» τήν οδύνη.   Κατά τούς "Ελληνες τό πλέον θλιβερό γεγονός γιά τόν άνθρωπο είναι νά έγκα-ταλείψει τόν κόσμο αύτό, τόν γεμάτο φώς, τερπνότητα, κάλλος καί συμμετρία, νά κατεβεί στόν σκοτεινό άδη καί νά ύποταγεί στήν άδυσώπητη μοίρα του, έστω καί άν θά συναντήσει στά Ήλύσια πεδία τούς άγαπημένους του. Ό Έλληνας τών χρόνων έκείνων σκέπτεται: Έφ’ όσον ύπάρχει θάνατος, ήταν προτιμότερο νά μήν είχα γεννηθεί. Ή σκέψη αύτή δέν σημαίνει βέβαια ότι ό Έλληνας κατέχεται άπό μεταφυσική άπαισιοδοξία,όπως π.χ. οί ’Ινδοί. Ή σκέψη αύτή έκφράζει άπλώς τή θλίψη πού δοκιμάζει ό ρεαλιστής άνθρωπος. Καί ό Έλληνας τών χρόνων έκείνων, παρ’ όλο τόν ιδεαλισμό του, δέν παύει άπό τού νά είναι ρεαλιστής. Δηλαδή ένας άνθρωπος πού διακρίνει «μίαν πραγματικότητα καί έν τώ άνθρώπω καί έν τώ κόσμω».

Αλλά τό άνήσυχο έλληνικό δαιμόνιο,τό όποίο είχε έρευνήσει έπισταμένως τή φύση καί τά προβλήματα τού κόσμου, δέν ήταν δυνατό νά μείνει μέ τίς παιδικές καί, έν πολλοίς, άφελείς αύτές ιδέες περί θανάτου. 

Δέν ήταν δυνατό νά παραμείνει στήν άντίθεση μεταξύ τής παρούσης καί τής μετά θάνατον ζωής. Γι’ αύτό ή έλληνική ιδιοφυία άπεδύθηκε σέ έντονη προσπάθεια γιά νά γεφυρώσει τήν άντίθεση αύτή. Καί είναι πρός τιμήν τού Πλάτωνα τό ότι ασχολήθηκε έπισταμένως μέ τόν θάνατο.

Ό Πλάτων έφιλοσόφησε πολύ περί θανάτου, διότι έκτος τών άλλων, όπως λέγει ό Σωκράτης, ή φιλοσοφία δέν είναι παρά «μελέτη θανάτου»  .  Ό Πλάτων, έντονα έπηρεασμένος άπό τόν ’Ορφικό μύθο καί τά Έλευσίνια μυστήρια, δέχεται ότι ή ψυχή είναι άθάνατη καί προύπάρχει τού σώματος. Κατά τόν Πλάτωνα ή ψυχή είναι μοίρα τής θείας ούσίας, είναι έκ φύσεως άθάνατη καί δίδει ζωή καί κίνηση στό σώμα. Γράφει στόν «Φαιδρό»: Κάθε ψυχή είναι άθάνατη (...) είναι πηγή καί άρχή κινήσεως καί γιά τά άλλα όσα κινούνται. Καί ή άρχή είναι πράγμα πού δέν έχει δημιουργηθεί- γιατί κατ’ άνάγκην πρέπει νά γεννηθεί άπό μιά άρχή «πάν τό γιγνόμενον»,ή δέ άρχή νά μήν προέλθει άπό τίποτε. Γιατί εάν ή άρχή έγεννάτο άπό κάποιο πράγμα, δέν θά μπορούσε νά είναι άρχή.

Βέβαια ό Πλάτων πιστεύει στή μετενσάρκωση. Αλλά στόν περίφημο διάλογό του «Φαίδων» βρίσκουμε όλα όσα ή έκτος τής θείας Άποκαλύψεως άνθρώπινη διάνοια μπόρεσε νά συλλάβει καί νά έκφράσει περί τού μυστηρίου τού θανάτου, χωρίς όμως καί νά λύσει τό πρόβλημα. Στόν «Φαίδωνα» ό καλλιτέχνης Πλάτων μοχθεί κυριολεκτικά νά μάς παραστήσει τόν θάνατο άγαθό καί νά μάς τόν κάμει έπιθυμητό. Λέγει ό Σωκράτης: 

Έφ’ όσον έχουμε τό σώμα καί ή ψυχή είναι ζυμωμένη μέ ένα τέτοιο κακό (όπως είναι τό σώμα), δέν θά άποκτήσουμε ποτέ σέ βαθμό 'ικανοποιητικό αύτό πού έπιθυμούμε, δηλαδή τήν άλήθεια. Καί τούτο,γιατί τό σώμα μάς δημιουργεί άναρίθμητα έμπόδια καί έχει συνεχείς άπαιτήσεις συντηρήσεως. Έάν λοιπόν πρόκειται νά άποκτήσουμε κάποτε σαφή γνώση, πρέπει νά άπαλλαγούμε άπό τό σώμα καί νά άντικρύσουμε τά πράγματα αύτά καθ’ έαυτά μόνο μέ τήν ψυχή.   Δηλαδή ό Σωκράτης έβλεπε τόν θάνατο ώς άνάρρωση καί σωτηρία άπό άσθένεια. Ασθένεια γι’ αύτόν ήταν ή έπίγεια ζωή, κατά τήν όποία  ή ψυχή είναι έγκλειστη στό σώμα («σήμα», τάφο τής ψυχής ονόμαζαν τό σώμα οί Πυθαγόρειοι, οί όποίοι έπαιρναν τόν όρο άπό τούς ’Ορφικούς).

Ώστε ό θάνατος είναι ή ώρα τής άναρρώσεως καί τής λυτρώσεως τής ψυχής άπό τά δεσμά. Ό θάνατος άποδίδει τήν έλευθερία στήν ψυχή, γιά νά άποκτήσει έκ νέου τήν πνευματική της καθαρότητα, τήν όποία  έχασε μέ τή φυλάκισή της στό σώμα. Έτσι ή ψυχή, καθαρή καί άπερίσπαστη πλέον, θά έπιτύχει τίς πτήσεις της πρός τό θείο.

Γι’ αύτό, πάντοτε κατά τόν Πλάτωνα, οί άληθινοί φιλόσοφοι έπι-θυμούν καί σκέπτονται τόν θάνατο. Φροντίζουν νά άποθνήσκουν, δηλαδή νά νεκρώνουν τά πάθη τού σώματος. Φοβούνται δέ τόν θάνατο λιγότερο άπό όλους τούς άνθρώπους. Διότι είναι άπερισκεψία, παραλογισμός, άνανδρία καί άφροσύνη νά φοβάται ό φιλόσοφος τόν θάνατο, όταν κοινοί καί άφιλόσοφοι άνθρωποι έδειξαν θάρρος καί άνδρεία έναντι τού θανάτου, μέ τή σκέψη ότι θά συναντήσουν στόν άδη πρόσωπα προσφιλή.

Έφ’ όσον όμως τονίζεται τόσο πολύ ή νέκρωση τών παθών, φυσικό είναι νά θεωρείται ό σωματικός θάνατος ώς εύεργεσία, διότι μάς λυτρώνει οριστικά άπό τό σώμα μέ τίς άνάγκες καί τά πάθη του, πού αιχμαλωτίζουν τήν ψυχή.   Όσοι φιλοσοφούν ορθά φροντίζουν νά άποθνήσκουν, καί ό θάνατος είναι γι’ αύτούς λιγότερο άπό όλους τούς άνθρώπους φοβερός, όπως είπε ό Σωκράτης.   Γι’ αύτό καί ό ’ίδιος, λίγες ώρες προτού νά πιεί τό κώνειο, ήταν ήρεμος καί άτάραχος καί φιλοσοφούσε περί θανάτου καί άθανασίας τής ψυχής. Όταν δέ τού προσέφεραν τό κώνειο, τό ήπιε διά μιάς,χωρίς κανένα μορφασμό. Κοίταξε μόνο μέ γενναίο καί σταθερό βλέμμα τόν δήμιο καί άφού έκαμε μικρή σπονδή, εύχήθηκε ή μετοίκηση άπό τήν έδώ ζωή στήν άλλη νά γίνει εύτυχής·   γιατί θά συναντήσει στόν άδη σοφούς άνθρώπους καί δίκαιους δικαστές. 

Ένώ όμως ό φιλόσοφος Σωκράτης είπε σέ προηγούμενο σημείο τής «Απολογίας» του ότι μέ τόν θάνατο έρχεται σέ καλύτερη ζωή, τελικά έκφράζει άμφιβολία έάν πράγματι ό θάνατος είναι καλύτερο πράγμα. Γιατί όταν είδε ότι όλα ήσαν έτοιμα γιά νά οδηγηθεί στό δεσμωτήριο, όπου θά έπινε τό κώνειο, είπε: «... Καί τώρα είναι ώρα νά πηγαίνουμε, έγώ μέν γιά νά πεθάνω, σείς δέ γιά νά ζήσετε. Ποιοί όμως άπό μάς πηγαίνουν σέ καλύτερο πράγμα, κ α ν ε ί ς δέν τό γνωρίζει. Τούτο είναι φανερό μόνο στόν θεό».   Μέ αύτή τήν άμφιβολία τελείωσε τήν «Απολογία» του ό Σωκράτης. 

Ό μεγάλος φιλόσοφος άμφιβάλλει, διότι πρόκειται γιά ζήτημα μεταφυσικό.
Στόν Πλατωνικό «Φαίδωνα» τονίζεται άκόμη ότι ό θάνατος είναι μόνιμος σύντροφος τής ζωής καί ότι δέν μπορούμε νά έννοήσουμε τήν παρούσα ζωή χωρίς τόν θάνατο. Άκόμη, ότι ή έδώ ζωή είναι συνδεδεμένη άπόλυτα μέ τήν πέραν τού τάφου, καί ό σύντομος χρόνος τής παρούσης ζωής μέ τήν άτέρμονα αιωνιότητα. Ό Πλάτων διδάσκει έπίσης ότι, όπως είναι άθάνατη ή ψυχή, έτσι είναι άθάνατα καί τά έργα της, τά όποία  καί τήν παρακολουθούν αιωνίως. «Κανένα έργο της, όσο κακό κι αν είναι, δέν θανατώνει τήν ψυχή, γιατί τούτο θά ήταν λύτρωση γιά τούς κακούς. Έτσι μήτε ό θάνατος καταστρέφει τήν ψυχή, άλλά άντίθετα άποκαλύπτει άνάγλυφα τό είναι της».
Ώστόσο οί θεωρίες αύτές έχουν καί πολλά μειονεκτήματα.

Ασάφειες και αντιφάσεις

Χάρη στόν Πλάτωνα ή μελέτη τού θανάτου άπετέλεσε θέμα  πολύ άγαπητό στούς φιλοσόφους, άφού ή «φιλοσοφία» ι/α όρίζετο,όπως είπαμε, ώς «μελέτη θανάτου»   καί κατά τούς  μετά τόν Σωκράτη χρόνους.   Οί ιδέες αύτές ήσαν εύρύτατα διαδεδομένες καί στά λαϊκά στρώματα. Ό Σωκράτης λοιπόν ή ό Πλάτων μέ τόν «Φαίδωνα» προβλημάτισε τόν άνθρωπο γιά τό μυστήριο τού θανάτου κατά τρόπο γόνιμο.

Είπαν ότι στόν «Φαίδωνα» συναντούμε «τό δόξασμα καί τό άπαθανάτισμα τού θανάτου»· ότι στόν διάλογο αύτό ό λόγος «είναι κατανυκτικός, άποτραβιέται ολωσδιόλου άπό τήν έγκόσμια χλιδή καί πλέκει τόν μακαρισμό τού θανάτου».   Χωρίς νά άρνούμαστε τά άνωτέρω, πρέπει νά παρατηρήσουμε ότι οί ιδέες τού Πλάτωνα άφήνουν άναπάντητα πολλά έρωτηματικά. Γιά τήν ελληνική φιλοσοφία ό θάνατος είναι μία φυσική ιδιότητα τής ύλης, ή όποία  φθείρεται συνεχώς, ώστε νά δημιουργηθούν διά τού θανάτου νέες μορφές ζωής.

Ή ζωή είναι προύπόθεση τού θανάτου καί ό θάνατος προύπόθεση τής ζωής. Ένα άπόσπασμα τού Εύριπίδη, τό όποίο παραθέτει ό Πλάτων στόν «Γοργία», λέγει: «Ποιος ξέρει αν ή ζωή είναι θάνατος, ό δέ θάνατος ζωή;» Καί προσθέτει ό Σωκράτης: Καί έμείς πράγματι ’ίσως είμαστε νεκροί. ’Ίσως τώρα έχουμε άποθάνει καί τό σώμα μας είναι τάφος.   

Είναι φανερό ότι μέ τή φράση αύτή διατυπώνεται ένα άγωνιώδες έρώτημα, τό όποίο ύπονοεί ότι χάνεται μιά μορφή ζωής,γιά νά δώσει τή θέση της σέ μιά άλλη. «Εις τήν κυκλικήν αύτήν διαδοχήν ζωής καί θανάτου ύπόκειται άναγκαστικώς καί ό άνθρωπος ώς μέρος τού κόσμου».

Τά άνωτέρω άφορούν βέβαια στό σώμα, διότι ή ψυχή είναι άθά-νατη. Πάντως ό Πλάτων  καί τούτο έχει σημασία - μέ τά όσα λέγει περί καθάρσεως καί άνταποδόσεως μετά θάνατον, τονίζει τήν ήθική εύθύνη πού φέρει ό άνθρωπος γιά τά έργα του. Είναι σπουδαίο τό ότι, κατά τόν Πλάτωνα, ή ψυχή διατηρεί τήν προσωπικότητά της καί στή γή καί στόν κόσμο τής αίωνιότητος. Ό Πλάτων, μέ τό νά ύπογραμμίζει τήν προσωπική άθανασία τής ψυχής καί μέ τό νά διδάσκει ότι αύτή έχει συνείδηση τού «έγώ» της καί ότι άγωνίζεται στη γή μέ αύστηρά προσωπική εύθύνη, παρακινεί τόν άνθρωπο νά φροντίζει διαρκώς γιά άρετή καί φρόνηση. 

Νά άγωνίζεται μέ έλπίδα. Νά έχει θάρρος γιά τό μέλλον τής ψυχής του, έφ’ όσον άγνίζει τόν έαυτό του στόν παρόντα κόσμο.

Έδώ άκριβώς έγκειται ή μεγάλη ήθική άξια τού «Φαίδωνος». Λέγεται ότι όσα έκτίθενται στόν «Φαίδωνα» είναι ή συμπύκνωση τής Πλατωνικής φιλοσοφίας στήν άπάντηση πού έδωσε ή προχριστιανική έλληνική σκέψη στό μυστήριο τού θανάτου καί τή μετά θάνατον ζωή. Είναι όρθή ή άποψη αύτή. Αλλά τούτο οφείλεται άσφαλώς στόν «σπερματικό λόγο», ό όποίος κατέστησε τόν προχριστιανικό κόσμο ικανό νά βρει καί αύτός μέρος τής αλήθειας, τήν όποία  όμως άπεκάλυψε σέ όλο τό πλήρωμά της ό Υιός καί Λόγος τού Θεού μέ τήν έλευσή του στόν κόσμο.

Πρέπει όμως νά ύπογραμμίσουμε ότι στή διδασκαλία τού Πλάτωνος περί άθανασίας τής ψυχής ύπάρχουν καί σκοτεινά σημεία, δυσαρμονίες, άντιφάσεις καί διηγήσεις έπηρεασμένες κυρίως άπό τόν ’Ορφικό μύθο. Πολλή άσάφεια παρατηρείται καί στή διδασκαλία του περί μετενσαρκώσεως. Γενικά οί άντιλήψεις περί έσχατολογίας πού προσφέρονται στόν «Γοργία» καί τόν «Φαίδωνα» δέν συμφωνούν μέ όσα λέγονται στόν «Φαίδρο». Στόν «Γοργία» καί τόν «Φαίδωνα» ό Πλάτων όμιλεϊ περί αίωνιότητος τής κολάσεως καί τής μακαριότητος. Στήν «Πολιτεία» καί τόν «Φαίδρο» όμιλεί περί μετενσωματώσεως. "Ωστε έχουμε διπλή έσχατολογική προοπτική καί καταφανή ά ν τ ί φ α σ η   

Καί κάτι άλλο· ό Πλάτων λέγει ότι ή ψυχή είναι τής ούσίας τού Θεού. Ένώ όμως ύψώνει τήν ψυχή τόσο πολύ, «άμέτρως καί άσεβώς» βεβαίως, ωστόσο τήν καθυβρίζει μέ άλλη ύπερβολή, διότι κατά τήν πλάνη τής μετενσαρκώσεως τή βάζει νά κατοικήσει «εις χοίρους καί όνους καί τά έτι τούτων άτιμότερα ζώα».   Ακόμη άπό τίς άπόψεις τού Πλάτωνα περί άθανασίας τής ψυχής λείπει ή αύστηρή άποδεικτική δύναμη. Οί άπόψεις του αύτές περιέχουν «λήψιν τού ζητουμένου», όπως λέμε στή Λογική. Ό Πλάτων προχωρεί καί λαμβάνει ώς άποδεδειγμένο έκείνο τό όποίο έπρεπε νά άποδείξει

Αλλά τά μεγάλα καί άγωνιώδη έρωτήματα πού δημιουργούν οί άνωτέρω θεωρίες τού Πλάτωνος είναι άτελείωτα καί πολύπλοκα. Διότι τά θέματα πού έξετάζουν έξέρχονται άπό τά όρια τού αισθητού κόσμου, στόν όποίο έχουμε σπουδαίους χειραγωγούς τήν πείρα καί τήν έπιστήμη. Ένώ ό πέραν τού παρόντος κόσμος μάς είναι τελείως άγνωστος. Γι’ αυτό καί ό Πλάτων «τήν πολλήν έπλανήθη πλάνην», μέ τό νά θελήσει νά συζητήσει καί νά φιλοσοφήσει περί τών άπορρήτων καί άνεκφράστων.   Στόν πέραν τού τάφου κόσμο μόνο τό άνέσπερο φώς τού Χριστού μπορεί νά μάς χειραγωγήσει. Αλλά τό άνεκτίμητο αύτό δώρο έστερείτο ή άναμφισβήτητα μεγάλη διάνοια τού Πλάτωνα.

Ό ’Αριστοτέλης είναι μέν μαθητής τού Πλάτωνα, άλλά άπό τό έτος 354 π. X. διατυπώνει θεωρίες δικές του, οί όποιες διαφέρουν άπό έκείνες τού διδασκάλου του. Ό Σταγιρίτης φιλόσοφος λέγει ότι ό άνθρωπος πρέπει νά έπιδιώκει τήν άθανασία καί νά κάνει τά πάντα γιά νά ζεί κατά τίς ύποδείξεις τού πολυτιμοτέρου εκείνου στοιχείου πού ύπάρχει στόν έαυτό του, τό όποίο (στοιχείο) έχει υψιστη άξια.   Δηλαδή ό Αριστοτέλης δέχεται τή συμβουλή πού άπευθύνει ό Πλάτων στόν «Θεαίτητο», όταν προτρέπει χαί ένθαρρύνει τούς άνθρώπους νά προχωρήσουν σέ «όμοίωσιν» πρός τόν Θεόν.   

Ό Αριστοτέλης λέγει ότι ό θάνατος είναι ό χωρισμός τής ψυχής άπό τό σώμα  τό όποίο μετά τόν θάνατο σήπεται καί διαλύεται, διότι ή ψυχή είναι αύτό πού συνέχει τό σώμα.   Ό Σταγιρίτης φιλόσοφος διέκρινε τρία «γένη» ψυχής. Άπό τά τρία αύτά μόνο τό ένα «γένος» είναι άθάνατο- αύτό πού δέν έχει σχέση μέ τις οργανικές λειτουργίες τής ψυχής. Τό μόνο στοιχείο τού άνθρώπου πού είναι άθάνατο είναι «ό νους ό ποιητικός».   Γράφει: 

Ό νούς μόνον εισέρχεται (στό ψυχικό σπέρμα,τό όποίο μεταδίδεται άπό τόν πατέρα καί τή μητέρα στό παιδί), καί αύτό μόνο τό μέρος τού άνθρώπου είναι άθάνατο καί θείο.   Ό ’ίδιος φιλόσοφος θεωρεί τόν θάνατο καλύτερο καί προτιμότερο άπό τή ζωή. Διδάσκει: «Μή γίνεσθαι μέν, άριστον πάντων τό δέ τεθνάναι τού ζήν έστι κρεϊττον». Δηλαδή· τό νά μή γεννηθεί κανείς είναι τό άριστο,τό καλύτερο άπό όλα. Τό δέ νά άποθάνει είναι προτιμότερο άπό τού νά ζεί

Αγωνία και μελαγχολία

Oί Λατίνοι ποιηταί καί φιλόσοφοι άντιγράφουν σέ πολλά τήν  ελληνική σκέψη καί στό θέμα τού θανάτου. Ό Κ ι κ έ ρ ω ν (106-43 π.Χ.) έπίστευε στή μετά θάνατον ζωή, τήν όποία  καί θεωρούσε ώς τήν μόνη άληθινή ζωή.   Ώς έγκλειστοι, λέγει, στούς άρμούς τού σώματος έπιτελούμε καθήκον άνάγκης, διότι ή ψυχή έχει καταβυθισθεί άπό τό ύψηλότατο κατοικητήριό της στή γή, ή όποία  είναι τόπος άντίθετος τής θείας καί αιώνιας φύσεώς της.   Παρατηρεί ότι,καθώς πλησιάζουμε στόν θάνατο,φθάνουμε στό λιμάνι, καί προσθέτει: Μιά σύντομη ζωή είναι άρκετά μακρά γιά νά είναι καλή καί έντιμη. Ό ’ίδιος άγνοεί βέβαια πώς θά είναι μετά θάνατον, άλλά γράφει: 

Μετά θάνατον θά είμαι ή όχι δυστυχής ή μάλλον εύτυχής.   Ό Κικέρων έπαναλαμβάνει τόν λόγο τού Σωκράτη, ότι ολόκληρη ή ζωή τών φιλοσόφων είναι «μελέτη θανάτου» καί προσθέτει ότι πρέπει νά σκεπτόμαστε περί τού θανάτου όχι μόνο όταν είμαστε άσθενείς ή όταν φθάσουμε στή γεροντική ήλικία, άλλά άπό αύτή τή νεότητα . Επηρεασμένος άπό τόν Πλάτωνα τονίζει ότι πρέπει νά περιμένουμε τόν θάνατο χωρίς φόβο, διότι ό θάνατος μάς εισάγει σέ καλύτερη ζωή, έπειδή ή ψυχή είναι άθάνατη. Διδάσκει: Έφ’ όσον έπιτελείς τό καθήκον σου, μπορείς καί σ’ αύτήν άκόμη τή γεροντική ήλικία, πού είναι ό προθάλαμος τού θανάτου, νά περιφρονείς τόν θάνατο. Γι’ αύτό συμβαίνει ώστε οί γέροντες νά άντιμετωπίζουν τόν θάνατο μέ περισσότερο θάρρος καί γενναιότητα άπό ό,τι τόν άντιμετωπίζουν οί νέοι.

Παρ’ όλα αύτά ό Κικέρων δέν άντιμετώπισε τόν θάνατο μέ γενναιότητα καί άταραξία, όπως ό Σωκράτης, τόν όποίο άντιγράφει. Ό Ρωμαίος αύτός ρήτορας, όταν κατεδιώκετο άπό τούς έχθρούς του, έφευγε καί έκρύπτετο, δείγμα ότι παρ’ όλους τούς ώραίους καί γενναίους λόγους του περί θανάτου έφοβεϊτο πολύ τόν θάνατο Έξ άλλου στίς ιδέες του περί θανάτου συναντούμε πάρα πολλές άντιφάσεις. Αύτό ήταν μέχρις ενός σημείου φυσικό, διότι ό Κικέρων σταχυολογούσε άπό τίς θεωρίες τών διαφόρων έλληνικών φιλοσοφικών Σχολών όσα συμφωνούσαν μέ τή δική του σκέψη καί λογική. 

Έξ αιτίας αύτού, έκτος άπό τήν άσυνέπειά του στόν τρόπο άντι-μετωπίσεως τού θανάτου, τόν άκούμε νά λέγει άλλοτε μέν ότι παραδέχεται τήν αύτοκτονία, άλλοτε δέ ότι τήν καταδικάζει ’Άλλοτε γράφει ότι δέν πρέπει νά τερματίζουμε χωρίς λόγο τή ζωή μας, άλλοτε συμφωνεί μέ τήν άντίληψη τών Στωικών, οί όποίοι έδέχοντο τήν αύτοκτονία γιά μιά σοβαρή αιτία.   Ένώ συνήθως πιστεύει στην αθανασία τής ψυχής, έκφράζει τή σοβαρή άμφιβολία ότι ό θάνατος σβήνει τή ζωή τής ψυχής

Ό ποιητής Ο ρ ά τ ι ο ς (65 π.Χ. - 8 μ.Χ.) έκδηλώνει τόν πόθο τής άθανασίας καί έκφράζει τή βεβαιότητα ότι κατενίκησε τόν θάνατο χάρη στό πνευματικό του έργο. Γράφει: Έφερα εις πέρας μνημείο πού διαρκεί περισσότερο άπό τόν χαλκό καί είναι έξοχότερο τών βασιλικών τάφων τών Πυραμίδων,τό όποίο ούτε ή βροχή, πού κατα-τρώγει, ούτε ό μανιώδης βόρειος άνεμος μπορούν νά τό κρημνίσουν ούτε ή άναρίθμητη σειρά τών έτών καί ή πάροδος τών χρόνων. Δέν θά πεθάνω ολόκληρος, άλλά πολύ μέρος μου θά άποφύγει τήν Λιβιτίνη   (τόν θάνατο)· στό έξής εγώ θά αύξάνομαι μέ τόν έπαινο τών μεταγενεστέρων.   Ό ’ίδιος ποιητής διατυπώνει, μετά τόν Πλάτωνα, ένα παιδαγωγικό αίτημα περί θανάτου. Λέγει: «Πίστευε ότι κάθε μέρα είναι ή τελευταία πού λάμπει γιά σένα».
Χαρακτηριστικότερα όμως τό έχει διατυπώσει ό Μάρκος Αύρήλιος,ό όποίος είπε: «Τούτο έχει ή τελειότης τού ήθους, τό πάσαν ήμέραν ώς τελευταίαν διεξάγειν καί μήτε σφύζειν (ούτε νά είμαστε γεμάτοι εύρωστία καί έπαρση) μήτε ύποκρίνεσθαι». 

Γιά τόν Μάρκο Αύρήλιο (121-180 μ.Χ.) τό σώμα καί ή ψυχή είναι στοιχεία σωματικά καί φθαρτά, ό νούς είναι απόσπασμα τού θεού, έχει φύση νοερά καί άθάνατη, γι’ αύτό καί έπιστρέφει πάλι στόν θεό.   Είναι φανερό ότι ό Στωικός αύτός φιλόσοφος είναι έπηρεασμένος άπό τίς άντιλήψεις τού Πλάτωνα καί τού Αριστοτέλη. Είναι έπίσης χαρακτηριστικό ότι ό Μάρκος Αύρήλιος φοβόταν μήπως στή ζωή λησμονήσει τόν έαυτό του, ένώ μετά δέν διατρέχει τέτοιον κίνδυνο. Γι’ αύτό άναφωνεί: Είθε νά έλθεις γρηγορότερα, θάνατε, μήπως καί έγώ λησμονήσω τόν έαυτό μου.

Άπό τόν Πλάτωνα είναι έπηρεασμένος καί ό Στωικός Σ ε ν έ κ α ς ό όποίος έθεσε τέρμα στή ζωή του τό 65 μ.Χ.,έπειδή είχε άνακαλυφθεϊ ότι έλαβε μέρος σέ συνωμοσία έναντίον τού Νέρωνα. Ό Σενέκας, ό όποίος είχε κατακριθεί ώς άσταθής καί ύποκριτής, χαρακτηρίζει τήν ψυχή ώς «ίεράν» καί «αίωνίαν», τό δέ σώμα ώς «δεσμωτήριον» τής ψυχής.

Ό ’Επίκουρος (341-270 π.Χ.) έδίδασκε ότι ή ψυχή διαλύεται μετά τόν θάνατο, έπειδή είναι άθροισμα μορίων. Απέναντι τού θανάτου, λέγει, δέν πρέπει νά δοκιμάζουμε κανένα φόβο, γιατί όταν θά έλθει αύτός,ή αίσθηση θά έχει έξαφανισθεί· έπομένως δέν ύπάρχει φόβος νά δοκιμάσουμε λύπη ή πικρία. Έγραφε πρός τόν Μενοικέα: Νά συνηθίζεις καί νά έξοικειώνεσαι μέ τήν πίστη ότι ό θάνατος δέν είναι τίποτε γιά μάς· έπειδή κάθε άγαθό καί κάθε κακό ύπάρχει στήν αίσθηση, ό δέ θάνατος είναι στέρηση καί έξαφάνιση τής αίσθήσεως. 

Γι’ αύτό ή ορθή γνώση καί κατανόηση ότι ό θάνατος δέν είναι τίποτε γιά μάς, κάνει τή θνητότητα τής ζωής άπολαυστική, όχι βέβαια γιατί τής προσθέτει άπειρο διάστημα χρόνου, άλλά γιατί τής άφαιρεί τόν πόθο τής άθανασίας. Διότι δέν ύπάρχει τίποτε τό φοβερό στή ζωή γιά τόν άνθρωπο έκείνο πού άντελήφθη άληθινά ότι δέν ύπάρχει τίποτε τό φοβερό στήν άπουσία τής ζωής. «Ώστε μάταιος» είναι ό άνθρωπος πού λέγει ότι φοβάται τόν θάνατο, όχι διότι δέν θά είναι λυπηρός καί οδυνηρός όταν θά έλθει, άλλά διότι είναι οδυνηρό νά τόν περιμένουμε. 

Διότι αύτό πού δέν μάς ένοχλεί όταν είναι παρόν, είναι μάταιη ενόχληση καί όταν τό περιμένης. Έτσι ό θάνατος, τό πλέον φοβερό καί φρικώδες άπό τά κακά, δέν μπορεί νά έλθει σέ καμμία σχέση μέ μάς, δέν είναι τίποτε γιά μάς. Έπειδή τέλος πάντων, όταν έμείς ύπάρχουμε, δέν ύπάρχει ό θάνατος· όταν έρχεται έκείνος, τότε δέν ύπάρχουμε έμείς. Κατά συνέπεια δέν άφορά ούτε τούς ζωντανούς ούτε τούς νεκρούς, έφ’ όσον γιά τούς πρώτους δέν ύπάρχει, οί δέ τελευταίοι δέν ύπάρχουν πλέον.

Αύτά έγραφε πρός τόν Μενοικέα. Άλλά μέ τό άπόφθεγμά του (ό θάνατος δέν σημαίνει... τίποτε γιά τόν άνθρωπο, άφού όταν ύπάρ-χουμε έμείς, δέν ύπάρχει έκείνος, καί όταν ύπάρχει έκείνος, δέν ύπάρχουμεν έμείς) ό Επίκουρος δέν έλυσε τό πρόβλημα τού θανάτου. Άπλούστατα παρέκαμψε καί άπέφυγε τόν σκόπελο αύτού τού μεγάλου προβλήματος. ’Ίσως γι’ αύτό καί οί οπαδοί του παρεδόθησαν στίς ήδονές,   πράγμα πού είχε ώς άποτέλεσμα νά τούς έκδιώξουν καί οί Ρωμαίοι, όταν ύπατος τής Ρώμης ήταν ό Λεύκιος Πιστούμιος, καί οί Μεσσήνιοι.

’Άλλοι Λατίνοι έπηρεασμένοι άπό τούς Επικούρειους καί άλλοι άπό τούς Στωικούς, τούς αύστηρούς ήθικολόγους τής άρχαιότητος, προβάλλουν καί συνιστούν τόν θάνατο ώς παιδαγωγό τής ζωής. Ό άθεος Λουκρήτιος συγγράφει τό «Περί τής τών πραγμάτων φύσεως», γιά νά άπαλλάξει δήθεν τόν άνθρωπο άπό τόν φόβο τού Θεού καί τού θανάτου. Αλλά τό μόνο πού έπιτυγχάνει είναι νά όμιλεί γιά τά μυστήρια μέ οδηγό τη... φυσική καί τήν ήθική τού ύλιστού Επικούρου

Ο Ζήνων ό Κ ι τ ι ε ύ ς (336-264; π.X.) έδειξε τήν περιφρόνησή του πρός τόν θάνατο μέ τόν τρόπο πού πέθανε ό ’ίδιος. Ένώ έπέστρεφε άπό τή Σχολή στό σπίτι του, έπεσε καί τραυματίσθηκε σέ ένα άπό τά δάχτυλά του. Καί άφού χτύπησε τή γή μέ τό χέρι του, είπε τόν στίχο άπό τή Νιόβη τού διθυραμβοποιού Τιμοθέου: «Έρχομαι, είναι περιττό νά μου φωνάζεις»· καί άμέσως έθεσε τέρμα στή ζωή του μέ τό νά πνίξει τόν έαυτό του.  

Ό ίδιος έθαύμαζε τούς Κέλτες (ή Κελτούς), οί όποίοι γειτόνευαν μέ τόν Ατλαντικό ώκεανό, έπειδή δέν έφοβούντο τόν θάνατο. Οί Κέλτες, έάν ήσαν κάτω άπό σπίτι πού έπρόκειτο νά καταρρεύσει ή δίπλα άπό τοίχο πού γκρεμιζόταν, θεωρούσαν όνειδος, άτιμία καί δειλία νά φύγουν γιά νά μήν καταπλακωθούν άπό τά έρείπια. Καί όταν συνέβαινε πλημμύρα άπό τόν ώκεανό, άντί νά τρέξουν νά φύγουν, στέκονταν οπλισμένοι καί άκίνητοι, μέχρις ότου τούς σκέπαζαν τά κύματα καί αύτό,γιά νά μή φανούν ότι άποφεύγουν τόν θάνατο, διότι τόν... φοβούνται

Ό Στωικός Κλεάνθης (304-233; π.Χ.), διάδοχος τού Ζήνωνος, άπέθανε σέ βαθύ γήρας, άφού έθεσε τέρμα στή ζωή του. Προκάλεσε ό ίδιος τόν θάνατό του μέ αποχή άπό κάθε τροφή. Έπίστευε ότι οί ψυχές όλων τών άνθρώπων θά έξακολουθήσουν νά ζούν μετά θάνατον , άλλά μόνο μέχρι τής έκπυρώσεως τού κόσμου, οπότε θά άπορροφηθούν στούς κόλπους τού Διός. Ό Χρύσιππος όμως (281-208; π.Χ.), ό όποίος έδωσε οριστική μορφή στή Στωική φιλοσοφία, έπίστευε ότι μόνο οί ψυχές τών σοφών καί τών μορφωμένων έξακολουθούν νά ζούν μετά θάνατον μέχρι τής έκπυρώσεως τού κόσμου. Οί ψυχές τών άπαιδεύτων, έλεγε, διαλύονται ώς «άτροφικαί καί άδύνατοι» μόλις χωρισθούν μέ τόν θάνατο άπό τό σώμα. Περιττό βεβαίως νά πούμε ότι καί ό Χρύσιππος δεχόταν τήν ψυχή ώς ύλική.

Πολύ χαρακτηριστικά είναι τά λόγια τού Στωικού ’ Ε π ι κ τ ήτ ο υ (50-138; μ .X.), τά όποία  φανερώνουν καί τή στάση του άπέναντι τού θανάτου. Ό Επίκτητος, ό όποίος φιλοδόξησε νά γίνει καθοδηγός τών άνθρώπων, φανταζόμενος τόν θάνατο νά πλησιάζει, άρχίζει μαζί του τόν ακόλουθο διάλογο:
Ή σάλπιγγα (ή τό σάλπισμα) πού καλεί στόν θάνατο σημαίνει άνοιξε τή θύρα καί σου λέγει: «έρχου».

- Πού;

-  Σέ τίποτε τό φοβερό, άλλά έκεί άπό όπου ήλθες στήν ύπαρξη, στά άγαπητά καί συγγενή, στά στοιχεία άπό τά όποία  άποτελείσαι. Όσο μέρος τής άνθρώπινης ύπάρξεώς σου ήταν άπό φωτιά, έπιστρέφει στή φωτιά, όσο ήταν άπό κομμάτι γής, έπιστρέφει στή γή, όσο ήταν μικρή πνοή, στήν πνοή, όσο ήταν λίγο νερό, στό νερό. Δέν ύπάρχει λοιπόν κανένας 'Άδης ούτε Άχέρων ούτε Κωκυτός ούτε Πυριφλεγέθων, άλλά όλα είναι γεμάτα άπό θεούς καί θείες δυνάμεις;
Αύτά άκριβώς έπειδή μπορεί κανείς πολύ νά τά συλλογίζεται καί καθώς βλέπει τόν ήλιο καί τή σελήνη καί τά άστρα καί καθώς άπολαμβάνει τή γή καί τή θάλασσα, δέν είναι έγκαταλελειμμένος· είναι μάλλον άνθρωπος πού δέν δέχεται βοήθεια.

- Τί λοιπόν; Καί άν κανείς μού έπιτεθεϊ, όταν θά είμαι μόνος,καί μέ κατασφάξει;

- Ανόητε, δέν θά κατασφάξει έσένα, άλλά τό εύτελές σώμα (τό κορμάκι).
Γενικά οί Στωικοί, έπειδή είναι πανθεϊστές, πιστεύουν ότι ή ψυχή είναι άπόσπασμα ή μέρος τής ψυχής τού κόσμου καί ότι είναι ύλική καί ένσώματη. Συχνά ταυτίζουν τήν ψυχή, ή όποία  ζωοποιεί τόν άνθρώπινο οργανισμό, μέ τόν νού. Πιστεύουν στή θεία πρόνοια και δέχονται ότι ύπάρχει κάποια σκοπιμότητα στόν κόσμο. 

Ωστόσο διδάσκουν ότι ή ψυχή, ώς μέρος τού κόσμου, θά άκολουθήσει μετά τόν θάνατο τή μοίρα όλων τών όντων δηλαδή θά διαλυθεί καί αύτή μέ τό «κοσμικόν πύρ», όπως καί όλα τά όντα. Επίσης δέν πρέπει, λέγουν, νά περιμένουμε μετά θάνατον τελειότερη ζωή. Ό καρπός τής άμαρτίας είναι μόνο ή άπώλεια τής άνθρώπινης άξιοπρέπειας καί ή άποκτήνωση στήν παρούσα ζωή. Ό θάνατος δέν είναι τίποτε άλλο παρά «ή έπιστροφή καί ή έξαφάνισις τών άνθρωπίνων μορίων είς τήν μεγάλην χοάνην τού σύμπαντος».   

«Τήν έξ ολοκλήρου άθανασίαν τής άτομικής ζωής» δέν τήν έχει άποδεχθεί κανένας άπό τούς Στωικούς.

’Άν καί ή στάση τού Στωικισμού είναι άνίσχυρη άπέναντι τού θανάτου, ώστόσο είναι εύγενέστερη άπό άλλες φιλοσοφίες, οί όποιες τόν παραθεωρούν έξ ολοκλήρου. Άλλ’ ό Επίκτητος, όπως καί ολόκληρη ή προχριστιανική σκέψη, ύποτάσσεται στή μοίρα. Στή σκέψη δέ τού Έπικτήτου καί τών όμοιων του είναι φανερή μιά οδυνηρή άντινομία. 

Αύτοί οί «χαμογελαστά άπαισιόδοξοι» φιλόσοφοι προσπαθούν νά μάς προσφέρουν παιδαγωγικές συνταγές καί νά παρουσιασθούν άτάραχοι μπροστά στό θάνατο, τή στιγμή κατά τήν όποία  ύποφέρουν άπό τό άγχος πού τούς προκαλεί τό τεράστιο κενό τής ψυχής τους. Καί έπειδή ό άνθρωπος τού προχριστιανικού κόσμου άκούει άπό όλους αύτούς μόνο δογματισμούς, είναι διαποτισμένος άπό τή μελαγχολία, τήν άγωνία καί τόν τρόμο τού θανάτου.

  ’Αμφιβολία και ρηχότης

Ενώπιον τού θανάτου στάθηκε έκστατική όλη ή έγκόσμια φιλοσοφία. Καθώς μάλιστα κινείται μακριά άπό τό φώς τής θείας Άποκαλύψεως, παραπαίει στό χάος καί ψηλαφά τό  σκοτάδι τής άβύσσου. Αλλά δέν θά άσχοληθούμε μέ όλους τούς έκτος τού Χριστιανισμού φιλοσόφους· άλλωστε κανένας δέν μάς δίδει 'ικανοποιητική έξήγηση· όλοι κινούνται ούσιαστικά στά ’ίδια πλαίσια. Θά σταχυολογήσουμε μερικές μόνο ιδέες άπό τούς φιλοσόφους τών τελευταίων αιώνων.

Ό Γάλλος Μ ο ν τ α ί ν (Michel de Montaigne, 1533-1592) σέ ένα δοκίμιο πού άφιερώνει ειδικά στό θάνατο, άγωνίζεται νά πείσει τόν άνθρωπο νά μή φοβάται τόν θάνατο. Γράφει πολλά, μιμούμενος τούς άρχαίους φιλοσόφους καί ήθικολόγους, τούς κλασσικούς Λατίνους καί τόν Σενέκα. Αλλά τό δοκίμιό του αύτό, όπως άλλωστε όλα τά δοκίμιά του, είναι διαποτισμένο άπό τήν άμφιβολία. Ή δέ φιλοσοφία του μέ τήν πάροδο τών έτών άλλάζει. Κατ’ άρχάς προβάλλει ώς Στωικός. Ή γενική φιλοσοφία του ήταν: ν’ άγαπάς τή ζωή καί νά φοβάσαι τόν θάνατο. Τόνιζε τόν λόγο τών άρχαίων «φιλοσοφία είναι νά μανθάνεις νά άποθνήσκεις». Κατόπιν διεκήρυξε μέ πολύ σκεπτικισμό ότι «αί κυριαρχούσαι άνθρώπιναι άλήθειαι» αντιφάσκουν. Έθαύμαζε τόν Επίκουρο, όταν όμως γνώρισε τόν άθεο Λουκρήτιο, έμεινε έκθαμβος 'Ορισμένες φορές έχει κάτι τό θετικό στή σκέψη του, ούσιαστικά όμως ζεϊ μέσα στήν άντίφαση καί τόν σκεπτικισμό, ό όποίος χρωματίζει τό μεγαλύτερο μέρος τής φιλοσοφίας του.

Ό θάνατος, διδάσκει ό φιλόσοφος τής άπαισιοδοξίας Άρθρούρος Σοπενχάουερ (A. Schopenhauer, 1788-1860), «είναι ένας ύπνος, πού μέσα του ξεχνιέται ή άτομικότητα». Άλλ’ ό διάσημος αύτός άρνητής τής ζωής κατέχεται άπό έντονη... φιλοζωία. Κάνει τό πάν νά άποφύγει τόν θάνατο καί φεύγει πανικόβλητος, όταν βλέπει ότι ό θάνατος τόν πλησιάζει Ένώ μάλιστα όμιλεί περί θανάτου γιά νά παρηγορήσει τόν άνθρωπο, έπιτυγχάνει νά συντρίψει τήν καρδιά έκείνου τόν όποίο προσπαθεί νά παρηγορήσει Ό πανθεϊστής Σοπενχάουερ έπίστευε ή ύποκρινόταν πώς έπίστευε ότι μάς έξήγησε τόν θάνατο- παρ’ όλα αύτά όμως δέν μάς τόν έξηγεί καθόλου

«Έσυκοφάντησαν τόν θάνατο, καί αύτό άποτελεί τήν χειρότερη άπάτη στόν κόσμο Ό θάνατος είναι ή πλέον άπαλή μορφή τής ζωής», φωνάζει ό Μιχαήλ Κράμερ στό ομώνυμο δράμα τού Γεράρδου Χάουπτμαν(0. Hauptmann, 1862-1946). Άλλ’ ό Χάουπτμαν παρουσιάζει πάρα πολλές άντιφάσεις στά έργα του,τό δέ άνωτέρω δράμα φέρει τή σφραγίδα τής μοίρας, τού πεπρωμένου. Βέβαια ή κραυγή πού άναφέραμε, τήν όποία  άφήνει ό Κράμερ έξ άφορμής τού θανάτου τού υιού του, έκφράζει μιά άλήθεια. Άλλ’ ό Γερμανός ποιητής καί θεατρικός συγγραφέας Χάουπτμαν μέ τό οξύμωρο αύτό σχήμα εισάγει καί ένα πρόβλημα,τό όποίο μένει άναπάντητο. Λέγει ότι ό θάνατος είναι μορφή ζωής, άλλά τί είδους ζωή; Ό λόγος του διατυπώνει ούσιαστικά τήν άγωνία τών στίχων τού Εύρι-πίδη: «ποιος ξέρει αν ή ζωή είναι θάνατος, ένώ ό θάνατος ζωή;»

Ανεξήγητο άφήνει τόν θάνατο καί ό Ράϊνερ Μαρία Ρ ί λ κ ε (Rainer Maria Rilke, 1875-1926), ό ποιητής μέ τή φιλοσοφική σκέψη. Είπαν ότι ό Ρίλκε δέν μάς έξηγεί μέν τόν θάνατο,τόν φέρνει όμως πολύ κοντά μας καί έτσι μάς βοηθεί σέ μιά «έσωτερική συναναστροφή μέ τόν θάνατο». Αλλά καί πάλι τό μυστήριο τού θανάτου έξακολουθεί νά μένει βαθύ, σκοτεινό καί άπροσπέλαστο.

’Έγραψαν ότι ή φιλοσοφία είπε τήν τελευταία λέξη περί θανάτου μέ τό στόμα τού Κ ά ντ (Immanuel Kant, 1724-1804). Ό Γερμανός αύτός φιλόσοφος άπέδειξε ότι ή ύπαρξη τής ψυχής καί ή έπιβίωσή της μετά θάνατον είναι θέματα τά όποία  άδυνατεί νά έρευνήσει ό νούς τού άνθρώπου. Έφ’ όσον δέν έχουμε έμπειρικά δεδομένα, ή λογική μας δέν μπορεί νά πλησιάσει τά θέματα αύτά. Δέχεται όμως τήν ύπαρξη καί τήν άθανασία τής ψυχής, διότι τό βασικό τούτο αίτημα τίθεται στόν άνθρωπο άπό τήν ήθική του συνείδηση. Ώστε ή ύπαρξη καί ή έπιβίωσή τής ψυχής είναι μιά θεμιτή έλπίδα, μιά νόμιμη προσδοκία τού ήθικού άνθρώπου.

Γ ιά τίς άντιλήψεις τών άθέων ύπαρξιστών περί θανάτου δέν έχουμε νά πούμε τίποτε, διότι αύτοί ούσιαστικά παρακάμπτουν τό δύσκολο τοότο πρόβλημα.
Ό X άϊ ν τ ε γ γ ε ρ (Μ. Heidegger, 1889-1976) π.χ. άποφεύγει νά άντιμετωπίσει τόν θάνατο ώς ένα έγκόσμιο δικό του γεγονός. Ό θάνατος, λέγει, είναι μόνο ύποκειμενικό γεγονός, διότι βιώνεται μόνο άπό τό έξαφανιζόμενο «εγώ». Όσοι έπιζοόν,τόν μελετοόν ώς άντικειμενικό γεγονός· άλλά τοότο είναι μιά αύταπάτη. Ό θάνατος άπομονώνει. Καί έρωτά: Πώς μπορώ νά μελετήσω τόν θάνατο, άφού δέν μπορώ νά συμμερισθώ ό,τι δέν ύπάρχει έδώ καί νά συζήσω μέ ό,τι δέν ζεί έδώ;

Ό Γ ιάσπερς (Karl Jaspers, 1883-1969) κατατάσσει τόν θάνατο «στίς οριακές καταστάσεις». Δηλαδή ό θάνατος (όπως ό πόνος, ή ένοχή κλπ.) είναι ούσιαστικά κατάσταση άμετάβλητη, στήν όποία  φαίνονται τά άνυπέρβλητα όρια, έπάνω στά όποία  προσκρούει ό άνθρωπος καί έτσι συνειδητοποιεί τό φθαρτό, τό πρόσκαιρο καί πεπερασμένο τής κατωτέρας του ύπάρξεως.
Ό άντιανθρωπιστής Σάρτρ (Jean-Paul Sartre), ό όποίος άποκαλεί τόν άνθρωπο «άχρηστο πάθος», λέγει ότι δέν έχει νόημα τό ότι γεννηθήκαμε, ούτε έχει νόημα τό ότι θά πεθάνουμε (*).


Άπό αύτά γίνεται φανερό ότι ή στάση όλων τών άνωτέρω φιλοσόφων άπέναντι στόν θάνατο στερείται βάθους καί βαρύτητος. Ή έγκόσμια φιλοσοφία ομολογεί τήν άγνοια καί τό δέος της μπροστά στό πυκνό καί άδιαπέραστο σκοτάδι πού καλύπτει τήν πέραν τού τάφου ζωή. Ό θάνατος είναι τό τέλος, λέγουν οι ύπαρξιστές, τό όποίο άποκαλύπτει τό πεπερασμένο. Άλλ’ οί φιλόσοφοι αύτοί δέν έχουν δίκαιο. Ό θάνατος δέν είναι τό τέλος· είναι ή άρχή τής άληθινής ζωής, ή όποία  μάς περιμένει έκεί, έάν βεβαίως έχουμε άρχίσει νά τή ζοόμε εδώ. 

Ό Χριστός, «ή άνάστασις καί ή ζωή» (Ίω. ια' [11] 25), ήλθε, έσταυρώθη, άνεστήθη, άνελήφθη στούς ούρανούς καί μάς περιμένει έκεί, γιατί μάς έχει βεβαιώσει: Πηγαίνω στούς ούρανούς γιά νά σάς ετοιμάσω τόπο (Ίω. ιδ' [14] 2). Ώστε ό θάνατος δέν άποκαλύπτει τό δικό μας πεπερασμένο· άποκαλύπτει τό δικό μας άτελεύτητο, τή δική μας αιωνιότητα. Γι’ αύτό ό Χριστιανός μελετά καί έμβαθύνει στό μυστήριο τού θανάτου κατά τρόπο γόνιμο, θετικό καί δυναμικό. Γιατί ή παρούσα ζωή είναι στίβος καί κονίστρα, στήν όποία  διεξάγεται ή μεγάλη μάχη χάριν τής άθανασίας καί τής άπειρου αίωνιότητος.


Πηγή : alavastron.net
Share this article :

0 σχόλια:

Speak up your mind

Tell us what you're thinking... !

βοήθεια εναντίων του Κοροναϊού COVID-19

για να αντιμετωπιστεί η εξάπλωση του κοροναϊού στη χώρα μας.


Δωρεά για βοήθεια εναντίων του Κοροναϊού COVID-19

βοήθεια για τον covid 19, πατήστε την εικόνα για βοήθεια.

Μένουμε Σπίτι για τον Κοροναϊό covid 19, πατήστε την εικόνα για βοήθεια.
 

Proudly powered by Blogger
Copyright © 2014 - 2021. stilosorthodoxias.gr
google.com, pub-6497066373419060, DIRECT, f08c47fec0942fa0